“Το πέτρινο προσωπείο”, Ιστορικό μυθιστόρημα του Σταύρου Σταυρίδη

128 σελίδες, Εκδόσεις ΔΑΡΔΑΝΟΣ

Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα που συνέβησαν πριν από τέσσερις αιώνες, καθώς σημειώνει με έμφαση και αφηγείται στις πρώτες του σελίδες ο συγγραφέας, το ιστορικό μυθιστόρημα του Σταύρου Κ. Σταυρίδη υπό τον τίτλο “το πέτρινο προσωπείο”, πιθανότατα είναι το καλύτερο μέχρι τώρα βιβλίο του Αγρινιώτη συγγραφέα, η πιο συναρπαστική ιστορία που έγραψε ποτέ. Και όμως αυτό το κορυφαίο για τη συγγραφική τέχνη του Σταυρίδη βιβλίο αδικήθηκε κατάφωρα από τον εκδότη του με το ουδέτερο εξώφυλλο, με το άψυχο οπισθόφυλλο και με τα περιττά πέτα, όπου καταναλώνει φλύαρα τους χώρους με χρώματα, χωρίς να μας δώσει κάπου σε μια γωνιά την πλούσια εργογραφία του συγγραφέα, ούτε καν ένα σύντομο βιογραφικό, μια φατσούλα ρε αδερφέ…

Κρίμα για τον σπουδαίο κατά τ’ άλλα Εκδοτικό Οίκο που, αν μη τι άλλο, όφειλε να σεβαστεί το έργο ενός συγγραφέα που η γραφή του τον κατατάσσει στη νατουραλιστική Σχολή που υπηρέτησε και ο μεγαλύτερος διηγηματογράφος της Γαλλίας, ο Γκυ Ντε Μωπασσάν (1850 – 1893).

Η ιστορία της Θεοδώρας που το παιδί της έγινε γενίτσαρος τα χρόνια της τουρκοκρατίας, θα έπρεπε να χαρακτηριστεί ως νουβέλα μάλλον, παρά ως μυθιστόρημα. Αλλ’ αυτό είναι μια απλή τεχνική παρατήρηση. Εκείνο που έχει σημασία, είναι ότι με το “πέτρινο προσωπείο” ο Σταυρίδης ξαναφέρνει στην λογοτεχνική επικαιρότητα τον ξεχασμένο μάλλον νατουραλισμό που γεννήθηκε στη Γαλλία στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, κυρίως με τα έργα του Εμίλ Ζολά. “Η νατουραλιστική πεζογραφία είναι εξέλιξη της ρεαλιστικής και έχει πολλά κοινά σημεία με αυτήν, αφού ξεκινά, όπως και η ρεαλιστική, από την επιθυμία της απεικόνισης της πραγματικότητας με ακρίβεια και χωρίς ωραιοποίηση, αλλά διαφέρει ως προς το φιλοσοφικό υπόβαθρο που διακρίνεται πίσω από τα νατουραλιστικά έργα. Οι νατουραλιστές συγγραφείς πιστεύουν ότι η συμπεριφορά του ανθρώπου ρυθμίζεται από τους παράγοντες της κληρονομικότητας, του περιβάλλοντος και της πίεσης της στιγμής, με αποτέλεσμα οι ήρωες των έργων τους να παρουσιάζονται ως άτομα που δρουν με βάση τα εσωτερικά τους ένστικτα, κυρίως την πείνα και την σεξουαλική επιθυμία και υπό την επίδραση των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών”.

Κάπου βέβαια διαφέρει ο Σταυρίδης: Στο “πέτρινο προσωπείο” διαφοροποιείται ως ένα βαθμό από τους νατουραλιστές. Είναι μια διαφοροποίηση που οφείλεται στην φυσική του ευγένεια, την συγγραφική του αρχοντιά. Αποφεύγει να μπει στην υπερβολικά λεπτομερή απόδοση της πραγματικότητας, όπως κάνουν οι γνήσιοι εκπρόσωποι του νατουραλισμού, οι οποίοι δεν αποφεύγουν ούτε καν τις βασανιστικές λεπτομέρειες των ιδιαίτερα βίαιων σκηνών. Η βίαιη σκηνή καταγράφεται από τον Σταυρίδη αφαιρετικά, είναι ένα “σκίτσο λέξεων”. Εκεί που συμπίπτει όμως με τον πυρήνα των νατουραλιστών, είναι το τραγικό τέλος, όπου ο ήρωας οδηγείται στην καταστροφή.

Υπό την έννοια αυτή ο Σταύρος Σταυρίδης είναι πολύ πιο κοντά στους Έλληνες πεζογράφους που χρησιμοποιούν νατουραλιστικά στοιχεία στην γραφή τους, όπως ο Ανδρέας Καρκαβίτσας στο “ζητιάνο”, όμως δεν προσχωρούν ολότελα στη Γαλλική Σχολή, γοητευμένοι από άλλα ρεύματα, εξ ίσου ενδιαφέροντα και αποδοτικά στην συγγραφή.

Ωστόσο, η αληθινότητα της αφήγησης στο “πέτρινο προσωπείο” απαιτεί από την συγγραφική Τέχνη του συγγραφέα να εγκαταλείψει τα κλασσικά γνωρίσματά της, όποιο ρεύμα και ν’ ακολουθεί, επειδή πρέπει να συναντήσει εκτάκτως την λιτή δημοσιογραφική γραφή, αφού αυτήν χρειάζεται η δραματική ιστορία της Θεοδώρας, είναι μια “πληροφορία” εδώ, ένα ιστορικό επεισόδιο που, από γενιά σε γενιά, φτάνει μέχρι τον συγγραφέα και αποκαλύπτεται σε αυτόν. Η αδυναμία διασταύρωσης αφήνεται στον Σταύρο Σταυρίδη με τη μορφή της εμπιστοσύνης. Αλλά τώρα ο συγγραφέας γίνεται εκτάκτως δημοσιογράφος, υπακούει στο δημοσιογραφικό αξίωμα που λέει: “Ό,τι μαθαίνεις, δεν έχεις δικαίωμα να το κρατήσεις, αλλά να το μεταδώσεις”. Είναι η μοιραία στιγμή που η συγγραφική συναντιέται με τον δημοσιογραφία, αφού για την καταγραφή της “πληροφορίας” χρειάζεται επειγόντως η δημοσιογραφική Σχολή σκέψης, όχι μόνο για την αποτύπωση και την απόδοσή της στην αιωνιότητα, αλλά κυρίως για να μην εκτρέφονται στον αναγνώστη απατηλά συναισθήματα σε βάρος των λεπτεπίλεπτων αισθημάτων, τεχνικό στοιχείο που ανυψώνει το έργο και το πάει σε άλλες ατμόσφαιρες με πολύ απλό τρόπο, ταυτόχρονα δε, πετυχαίνει κι αναδεικνύει σπαρακτικά το πραγματικό στην διπλή αντιδιαστολή του με το φανταστικό και την επινόηση. Όταν η Θεοδώρα χάνει τα λογικά της από τη δίκοπη μαχαιριά της μοίρας της, είναι η κρίσιμη στιγμή της αιωνιότητας που τα βρίσκει για πρώτη φορά σε μια υπεργήινη διάστασή τους και οδηγούν την ζωή της εδώ κάτω στη γη σε μια εξωκοσμική κορύφωση.

Η ιστορία βρίσκει ένα “παράθυρο” στα χρόνια μας και “πηδάει” στα χρόνια της τουρκοκρατίας, όπου οι κατακτητές στρατολογούν Ελληνόπουλα και τα κάνουν γενίτσαρους, παιδιά του σουλτάνου. Ο Σταυρίδης έρχεται να προσθέσει άλλο ένα συγκλονιστικό επεισόδιο σ’ αυτή την τραγωδία του Ελληνισμού, σπαράγματα της οποίας έχουν καταγραφεί εδώ κι εκεί στην συλλογική μνήμη, όπως, για παράδειγμα, η ιστορία του αγά (επικεφαλής) των γενιτσάρων, που, παρουσία του σουλτάνου που τον συνόδευε στο Μοναστήρι (της Βορείου Ηπείρου) κάλεσε τη μητέρα του από τη Χειμάρρα για να τη δει, αλλά και η ιστορία του Ε.Π. Φωτιάδη με τίτλο “ο εξωμότης”, καταχωρημένη στο αναγνωστικό της ΣΤ΄ τάξης του Δημοτικού Σχολείου που πρωτοεκδόθηκε (στην καθαρεύουσα) το 1945 με εικονογράφηση του Αγήνορα Αστεριάδη. Ο δρ. Λογοτεχνίας και συγγραφέας Γιάννης Δ. Μπάρτζης μας πληροφορεί ότι “ο εξωμότης” καταγράφηκε πρώτη φορά από το περιοδικό “Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός”, καταχωρήθηκε όμως στο εν λόγω αναγνωστικό το 1954, αντικαθιστώντας ένα κείμενο από τον πόλεμο της Κορέας, το οποίο είχε αντικαταστήσει προηγουμένως ένα άλλο κείμενο για την πρόσφατη τότε μάχη του Ελ Αλαμέιν.

“Ο εξωμότης” έμεινε στο αναγνωστικό μέχρι την πτώση της χούντας, το 1974: Ο γιος της καπετάνισσας είναι διοικητής του τούρκικου στόλου και μπαίνει στο λιμάνι, στο νησί του, διοικώντας μια ολόκληρη τούρκικη αρμάδα. Καμαρωτός όπως είναι και στολισμένος, πηγαίνει με τους συνοδούς του στο πατρικό του σπίτι, όπου τον περιμένει η καπετάνισσα η μάνα του. Ανεβαίνουν μαζί στο μπαλκόνι. Της δείχνει με καμάρι το στόλο που κυβερνάει και η μάνα του τον σπρώχνει και τον γκρεμίζει κάτω…

Αυτά και άλλα ακόμη ανασύρονται από την εθνική μνήμη διαβάζοντας την συναρπαστική νουβέλα του Σταύρου Σταυρίδη.

Η αβάσταχτη ιστορία της Θεοδώρας, μία από τις πολλές (ποιος ξέρεις πόσες) συνέβησαν κι έμειναν στο λαϊκό μύθο για να σβήσουν με το πέρασμα του καιρού, θα μπορούσε να είναι μια αρχαία Ελληνική τραγωδία ή μια δραματική ταινία του Χόλιγουντ. Δυστυχώς, ο εκδότης (εκτός από το εξώφυλλο, καθώς σημειώσαμε ήδη) πρόδωσε και δεύτερη φορά το βιβλίο, όταν χρησιμοποίησε τσαπατσούλικα τα σημεία στίξης, διαταράσσοντας βίαια την κανονική ανάσα του αναγνώστη. Και, σα να μην έφτανε αυτό, ξέχασε την θεμελιώδη υποχρέωση του επιμελητή έκδοσης να προσηλώνεται στην ιερότητα των λέξεων, την ορθογραφία να πεις, και με την άσκεφτη αυτή απουσία της ματιάς του, σε πολλές παραγράφους, αδίκησε την εσωτερική μουσική του κειμένου “χαλώντας” σε κάποιες σελίδες τον απαιτητικό αναγνώστη.

Ο εκδότης οφείλει να ξαναβγάλει το βιβλίο από την αρχή. Αυτή τη φορά με τον προσήκοντα σεβασμό, τόσο στο θαυμαστό κείμενο, όσο και στον ίδιο τον συγγραφέα.

“Αναγγελία” 663 – 19.8.2016

Μοιράσου το!

Scroll to Top