Αραμπάς

Ο Αραμπάς του Αγρινίου
Η 1η έκδοση του “Αραμπά” – Ιούλιος – Αύγουστος 1991

Μηνιαία σατιρική εφημερίδα.

Εκδόθηκε τον Αύγουστο του 1991 στο Αγρίνιο.

Τον Δεκέμβριο του 1994 πήρε τη μορφή περιοδικού για να κλείσει τον εκδοτικό κύκλο του τον Δεκέμβριο του 1997 πραγματοποιώντας μέχρι τότε πενήντα πέντε συνολικά εκδόσεις.

Ο Ιδρυτής

Ιδρυτής του “Αραμπά” ήταν ο συγγραφέας της “Πολιτείας των λουλουδιών” (1980) και του “Παραμυθόκηπου” (1985) Παντολέων Φλωρόπουλος. Επί τριετία, από τις αρχές του 1990 μέχρι το 1992, παρουσίαζε στον ραδιοφωνικό σταθμό “9.37” την καθημερινή ευθυμογραφική εκπομπή “ένα φλιτζάνι γέλιο” και την καθημερινή επίσης σατιρική εκπομπή “Χαιρέτα μας τον πλάτανο”. Οι δύο εκπομπές έγιναν δημοφιλείς σε όλη σχεδόν την Δυτική Ελλάδα, σημειώνοντας ακροαματικότητα σε ποσοστό 52%. Η ραδιοφωνική αυτή επιτυχία “έστρωσε το χαλί” για την εκδοτική επιτυχία του “Αραμπά”.


Ο Τίτλος

Η λέξη “αραμπάς” ενόχλησε τους γλωσσαμύντορες, οι οποίοι προέβησαν σε λεκτικές απειλές. Θεώρησαν ότι η λέξη είναι Τουρκική, έτσι άλλωστε καταχωρείται στα λεξικά.

Όμως η λέξη “αραμπάς” δεν είναι Τουρκική. Είναι η “μασημένη” αρχαία έκφραση “άρμα βοός” (βοϊδάμαξα) καθώς συμβαίνει και σε πολλές άλλες αρχαίες λέξεις. Με τη “μασημένη” αυτή έκφραση ο εκδότης του έδειχνε ότι δεν αγνοεί αυτό που συνέβη στον Ελληνισμό, το λαβαίνει υπ’ όψη του, επιχειρεί λοιπόν ν’ αποδώσει σατιρικά την αλλοίωση της γλώσσας και του λαού μέσα στο χρόνο. Με όπλο του την άσκηση της δημόσιας γραφής θα τονίσει την ανάγκη επιστροφής στην πρωτογένεια, δηλαδή στην ανάσταση των λέξεων και, φυσικά, του λαού.

Το πρόβλημα που ήθελε να λύσει ο “Αραμπάς”, ήταν ότι οι λέξεις με τις οποίες σκέπτεται και εκφράζεται ο σύγχρονος Έλληνας, δεν δηλώνουν την αλήθεια της λέξης, αλλά την αντιστροφή της. Με τον τίτλο του ο “Αραμπάς” θα κατέβαινε ακόμα και στον βυθό της θάλασσας για να συναντήσει εκεί το λαό που ασφυκτιά και – παίζοντας μαζί του όπως παίζει κανείς με τα παιδιά – να κερδίσει την εκτίμησή του του για ν’ ανέβουν – μαζί αυτή τη φορά – στην επιφάνεια.

Ο Σκοπός

Ο ιδρυτής του “Αραμπά”
Παντελής Φλωρόπουλος
τη δεκαετία του ’90.

Ο ιδρυτής του “Αραμπά” σχεδίασε την συνάντηση της συγγραφικής τέχνης με την δημοσιογραφία, το προϊόν της οποίας θα εκφραζόταν όχι ως “Εφημερίδα Γνώμης”, ούτε ως “Εφημερίδα Ενημέρωσης”, αλλά ως πολύτροπη “Εφημερίδα Δήμου”.

Ο μινιμαλισμός αυτής της εκδοτικής ιδέας εκφράστηκε σε πολύ μικρότερο βαθμό από τον ίδιο εκδότη το 1985 στη Μυρτιά της Αιτωλίας, όπου εκδόθηκε η “Μυρτιωτική” με σκοπό την αναγνωστική στέγαση των κατοίκων του χωριού με τους δύο χιλιάδες ξενιτεμένους του σε όλον τον κόσμο.

Η “Μυρτιωτική” πραγματοποίησε μόλις τρεις εκδόσεις, αποτέλεσε ωστόσο τον θεματικό πυρήνα του “Αραμπά” που – έξι χρόνια μετά – εκδόθηκε στο Αγρίνιο.

Θεματικός άξονας ήταν αυστηρά η εντοπιότητα και θεώρημα η αντίληψη πως “ό,τι είναι τοπικό, είναι παγκόσμιο”. Για να δώσει έναν χαρακτήρα στην Σχολή Σκέψης του ο “Αραμπάς” χρησιμοποιούσε τον όρο “Συγγραφική Δημοσιογραφία”.

Επιβεβαίωση της “συνταγής” που εφάρμοσε ο “Αραμπάς” στο Αγρίνιο βρήκε στην “Ελευθεροτυπία” (5.9.1993) όπου ο Νομπελίστας συγγραφέας Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (που ήταν και δημοσιογράφος) θα έλεγε: “Ποτέ μου δεν κατάλαβα την διαφορά ανάμεσα στην δημοσιογραφία και την λογοτεχνία… Αυτό σημαίνει δημοσιογραφία: Μια νουβέλα που συναρπάζει. Έχει ενδιαφέρον μόνο όταν σαγηνεύει τον αναγνώστη. Δημοσιογράφος σημαίνει να διηγείσαι κάτι που συνέβη σε κάποιον, κάτι καταπληκτικό που να έλκει το ενδιαφέρον συνεχώς. Το γεγονός, η είδηση, ψάχνει τον αφηγητή και τον αιφνιδιάζει”.

Άλλα στοιχεία της καινοτομίας του ήταν η γέφυρα του παρόντος με το παρελθόν, αλλά και των δύο μαζί με τη λαϊκή παράδοση. Η λαϊκότητα του “Αραμπά” εκφράστηκε με το πρωτότυπο ύφος γραφής, αλλά και με την καταγραφή εκατοντάδων λαϊκών μύθων και δεκάδων λαϊκών παραμυθιών, στοιχείο που του δίνει μια ιδιαίτερη λαογραφική αξία. Όλο δε αυτό γινόταν σε πνεύμα ευθυμίας, τετράγωνης λογικής και ανεξαρτησίας του λόγου απέναντι στα κυρίαρχα σχήματα όχι μόνο της εξουσίας, αλλά και των κοινωνικών έξεων.

Με την εκλαΐκευση των υψηλών εννοιών έκανε οικεία στον καθημερινό άνθρωπο τα ζητούμενα της διανόησης. Αποδείκνυε στην πράξη ότι ο κόσμος μπορεί ν’ αλλάξει τιμώντας ακόμα και τα σκουπίδια του, γιατί η αλλαγή δεν θα έρθει από πάνω, αλλ’ από κάτω, από τον λαό, από την χαμένη στο πλήθος αφανή, άσημη, ανώνυμη ανθρώπινη μονάδα.
Πολλοί είχαν σχηματίσει την εντύπωση ότι ο “Αραμπάς” υπηρετεί έναν ραφιναρισμένο ρομαντισμό. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που μίλησαν και για ιδιορρυθμία. Σε μια αντικειμενική προσέγγιση όμως ο καθένας θα μπορούσε να διακρίνει έναν εκλεπτυσμένο ρεαλισμό. Η φιλοσοφία του “Αραμπά” ήταν απλή. Έλεγε ότι θα χτίσουμε τον νέο κόσμο με τα υλικά που έχουμε, όχι με τα υλικά που θα θέλαμε να έχουμε. Χωρίς άνωθεν βοήθεια, χωρίς την καθοδήγηση κανενός, χειροποίητα, αλλά γνωστικά.

Η πολιτική θεωρία του “αραμπά” ήρθε σε σύγκρουση με την πολιτική πρακτική του καιρού του. Επικρατούσε τότε η κομματική οδηγία που έλεγε ότι “πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού”, αξίωμα που οδηγούσε όμως στην απλοϊκή λογική ότι πολιτική είναι η τέχνη της διαχείρισης.

Στον αντίποδα αυτής της κυρίαρχης ιδέας ο “Αραμπάς” εμφάνιζε την πολιτική ως δημιουργική δύναμη. Στην αρθρογραφία του αντιπαρέθετε την λογική που έλεγε ότι “πολιτική είναι η τέχνη του ανέφικτου” κι εξηγούσε ότι πολιτική είναι η τέχνη να κάνεις εφικτά τα ανέφικτα. Πράγμα που σήμαινε ότι μπορούν όντως να υλοποιηθούν τα οράματα του πολιτών και όχι των πολιτικών.

Η σάτιρα του “Αραμπά” δεν έγινε ποτέ μοχθηρή για κανέναν και για τίποτε. Ακόμα και στη μεγαλύτερη οξύτητά της διατηρούσε την αθωότητα του παιδιού. Χωρίς να κολακέψει ποτέ το αναγνωστικό κοινό του, άσκησε κριτική και, φυσικά, σάτιρα σε όλα αδιακρίτως τα πολιτικά κόμματα και τα πολιτικά πρόσωπα, αλλά και στις συντεχνίες των διανοουμένων και των λογίων.

Η κατασκευή του “Αραμπά” πήγαινε προς ένα πολύτροπο τοπικό έντυπο που θα λειτουργούσε ως αντίδοτο στα Μαζικά Μέσα Ενημέρωσης. Στη θέση του απρόσωπου και στεγνού editorial υπήρχε πάντα ένας προσωπικός και χυμώδης χαιρετισμός που ξεκινούσε με την οικεία σε όλους έκφραση “γεια σου, τι κάνεις;”, με τον ίδιο τρόπο που το κάνουν τα παραμύθια στην αρχή της αφήγησης λέγοντας “μια φορά κι έναν καιρό”. Ο αναγνώστης αισθανόταν έτσι ότι αποσπάται από τη μάζα, γινόταν για λίγο μοναδικός, μέσα στην θλιβερή και άχαρη καθημερινότητά του ερχόταν κάποιος να του μιλήσει με κέφι και ειλικρίνεια.

Ο “Αραμπάς” γεφύρωνε τις γενιές που είχαν αρχίσει ν’ απομακρύνονται η μία από την άλλη. Η δεκαετία του ‘90 απαξίωνε το παλιό κι αποθέωνε το νέο. Αυτό διεύρυνε το χάσμα των γενεών. Ο “Αραμπάς” έφτιαξε έναν αρμό που συνέδεε τη ρίζα του δέντρου με το κλαδί, κέρδισε αναγνώστες σε όλες τις ηλικίες, τον διάβαζαν οι γέροντες και οι νέοι, όλα τα μέλη της οικογένειας.

Στην προϊντερνετική εποχή της δεκαετίας του ‘90 ο “Αραμπάς” είδε την κρίση της έντυπης δημοσιογραφίας. Επιχείρησε να την θεραπεύσει πιλοτικά σε μια επαρχιακή πόλη, ξεκινώντας από το ήθος και την ευθιξία. Η κυρίαρχη τηλεόραση λεηλατούσε αδίστακτα την εφημερίδα, έδινε την εντύπωση ότι δεν υπάρχει μέλλον για τον έντυπο Τύπο. Σκοπός του “Αραμπά” ήταν ν’ αντιπαραβάλλει ένα χαριτωμένο δημιούργημα απέναντι στην λαίμαργη και αχόρταγη τηλεοπτική εικόνα. Έλεγε ότι “το δημιούργημα γίνεται δημιουργός”. Εννοούσε μ’ αυτό πως η συνταγή του είναι εφαρμόσιμη όχι μόνο στο Αγρίνιο, αλλά και σε άλλες πόλεις, σε άλλους Δήμους, υπό τον όρο ότι θα συγκινούνταν οι τοπικές πνευματικές δυνάμεις, Δημοσιογραφικές και Συγγραφικές. Ήξερε ότι στην Αθηνοκεντρική Ελλάδα ασφυκτιούσαν όπως ο Καρυωτάκης στην Πρέβεζα, βίωναν τον αργό θάνατο μέσα στη ραθυμία της μικρής επαρχιακής πόλης.

Με την καλλιέργεια της αναγνωστικής ικανότητας του τοπικού κοινού ο “Αραμπάς” οραματιζόταν να θρέψει την Λογική Δημοσιογραφία, ώστε ν’ αντέξει στην συνεχώς αυξανόμενη εξουσία της Εικονικής Δημοσιογραφίας.

Πόσο αναγκαία ήταν όλα αυτά, φάνηκε αργότερα, στην δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, στην – άρρωστη δημοσιογραφικά – “εποχή των μνημονίων”.

Η Απήχηση

Ο εκδότης της “Παναιτωλικής” Γρηγόρης Σταυρόπουλος χαρακτήριζε τον Φλωρόπουλο “νέο Σουρή”. Και ο Αγρινιώτης καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας Θανάσης Παλιούρας έλεγε ότι ο “Αραμπάς” υπήρξε “το δημοφιλέστερο έντυπο που βγήκε ποτέ στην Ελληνική Περιφέρεια”.

Άρθρα και ρεπορτάζ για τον “Αραμπά” δημοσιεύτηκαν πολλές φορές σε όλα σχεδόν τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, στις μεγάλες εφημερίδες της εποχής (“Καθημερινή”, “Ελευθεροτυπία”, “Νέα”, “Νίκη”, “48 Ώρες”, “Ποντίκι”, κλπ) την ιδιωτική και την κρατική τηλεόραση και το ραδιόφωνο, όχι μόνο στην Αθήνα και την Θεσσαλονίκη, αλλά και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, καθώς και της Κύπρου. Επώνυμοι δημοσιογράφοι, μεταξύ των οποίων ο Στάθης (στα “Νέα”), ο Νάσος Αθανασίου, ο Βαγγέλης Παπαδόπουλος, ο Βασίλης Ταλαμάγκας και πολλοί άλλοι, εκφράστηκαν επαινετικά και άλλοι διθυραμβικά για την πρωτοπορία αυτή στον χώρο του Τύπου.

Ο αρχισυντάκτης ειδήσεων του Mega και μετά του Sky Νίκος Χρυσαφόπουλος (1955 – 1995) είχε πει ότι η συνταγή του “Αραμπά” είναι συνταγή ανανέωσης του Πανελλαδικού Τύπου. “Ο Αθηναϊκός Τύπος είναι εγκλωβισμένος. Οποιαδήποτε ανανέωση και να επιχειρήσει, θα σημαίνει καταστροφή του. Η ανατροπή του και η προοπτική του θα έρθουν από την φρέσκια σε ιδέες επαρχία”. Είπε επίσης: “Η επιτυχία του και η ποιότητά του είναι άθλος και έκπληξη για τα δημοσιογραφικά δεδομένα στην Περιφέρεια”.

Ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος είπε ότι “ο Αραμπάς είναι εφημερίδα πρωτοποριακή. Από τα καλύτερα περιφερειακά έντυπα που έχω διαβάσει”.

Ο Σταύρος Λυγερός είπε: “Είναι λίγες οι περιπτώσεις των επαρχιακών εφημερίδων που διαθέτουν χιούμορ, καλαισθησία – η αισθητική είναι σημαντικό πράγμα για τον Τύπο – και πάνω απ’ όλα διεισδυτικότητα και μια ευπρέπεια, ένα ήθος και μια κριτική ματιά που είναι το άπαν στον Τύπο”.

Τον Ιούνιο του 1993 ο Γιάννης Τριάντης γράφει στην “Ελευθεροτυπία”: “Εκεί, στην ιδιαίτερη πατρίδα, το Αγρίνιο, ο Παντελής πάει με τον Αραμπά του: Μοναχικός, παιδί της Τριχωνίδας, γεννημένος ανάμεσα στις πορτοκαλιές της Μυρτιάς, τις κουβαλάει στην ψυχή του. Γι’ αυτό και τα μυρωμένα κείμενα του Αραμπά. Γι’ αυτό και η στιλπνή ομορφιά του μοναχικού του δρόμου”…

Χαρακτηριστικό είναι ένα περιστατικό που συνέβη σε Δημοσιογραφικό Γραφείο της “Καθημερινής”, το οποίο επισκέφθηκε ένας Αγρινιώτης. Ο δημοσιογράφος Δημήτρης Καπράνος ρώτησε: “Είστε από τη χώρα του Αραμπά”; “Ξέρετε τον Αραμπά;” αντιρώτησε ο Αγρινιώτης. Και η απάντηση: “Ποιος δημοσιογράφος στην Αθήνα δεν ξέρει τον Αραμπά;”.

Ο συγγραφέας Δημήτρης Γιάκος στην “Παναιτωλική” (10.9.1991) κάνει λόγο για έναν “τετραπέρατο Αραμπά… σεμνότατο στο βαθύτερο πνεύμα του”. Έκαμε λόγο για αξιοθαύμαστο εκδοτικό κατόρθωμα με “κείμενα έξοχα από κάθε πλευρά, γεμάτα χιούμορ, επικαιρότητα και με καλή αντικειμενική προαίρεση γραμμένα πάνω στα ποικίλα θέματα του καιρού μας, κωμικά, κωμικοτραγικά, τοπικά, πανελλήνια και παγκόσμια. Χαρά στην πένα, την έμπνευση και την φαντασία του κ. Φλωρόπουλου”.

Στις 16 Φεβρουαρίου 1992 ο Γρηγόρης Σταυρόπουλος (ΓΡΗΣΤ) που αισθάνθηκε τον όγκο του “Αραμπά”, έγραψε στην “Παναιτωλική” ένα λίβελο με τίτλο “Οι νεοσσοί το πήραν απάνω τους – εν δημοσιογραφική αγνοία τελούντες”.

Η απάντηση του Αραμπά, όπως την περιγράφει ο ίδιος ο Σταυρόπουλος στην “Παναιτωλική” τον Μάρτιο του 1992, ήταν αφοπλιστική:

“Στο φύλλο που εκυκλοφόρησε ο ΑΡΑΜΠΑΣ με θυμοσοφία και κλασσική περίπτωση δεοντολογίας σε κάποιο διαξιφισμό με την Παναιτωλική, αντί για ανταπάντηση, αναδημοσιεύει την δική μας πρωτογενή απάντηση, φωτοτυπημένη μάλιστα, και με δικό του υπέρτιτλο, ως εξής: “Μάθημα Γρήγορο σε νεοσσούς αγρήγορους, ίσον, η μόνη πρόκληση και η μόνη απάντηση στον συμπαθή ΓΡΗΣΤ είναι η αναδημοσίευση της διδαχής του”.
Η στάση αυτή του Αραμπά απελευθερώνει τον Γρηγόρη Σταυρόπουλο από τη φούρκα του και γράφει έναν διθύραμβο στην “Παναιτωλική”:

Θαυμάσιο εκυκλοφόρησε το νέο φύλλο (7ο) του Αραμπά. Θαυμάσιο, περισπούδαστο, επιμελημένο, ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΚΟ, με πλούσια ύλη επί τοπικών και κοινωνικών θεμάτων, με την καυστική επιτυχημένη σάτιρα του εκδότου συναδέλφου κ. Παντολέοντα Φλωρόπουλου και με αντικειμενική καθολική κριτική του θεατρικού έργου του ΔηΠεΘε Αγρινίου. Τα κείμενα του Αραμπά – όπως έχουμε ξαναγράψει – είναι επιλεγμένα, προσεγμένα, πετούν φωτιές! Είναι μια έκδοση σπάνια, όχι μόνο για επαρχία, αλλά και δια την πρωτεύουσα και την συμπρωτεύουσα! Θα έλεγα χωρίς δισταγμό ότι ο Αραμπάς – και φυσικά ο εκδότης του – αποτελούν ένα νέο Σουρή με σύγχρονη αναπροσαρμογή και ευαισθητοποίηση. Αναπληρώνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Διότι είναι η δημοσιογραφία της άλλης όψεως. Η άλλη όψη του νομίσματος.

Τον Μάιο του 1992 ο ΓΡΗΣΤ θα επανέλθει στην πρωτοσέλιδη τακτική στήλη του γράφοντας:

Κάθε φορά που λαμβάνω και διαβάζω τον Αραμπά, μου τη δίνει! Πολιτικά με το μηνιαίο μας σατιρικό περιοδικό είμαι στην “άλλη όχθη”. Δημοσιογραφικά όμως είμαι θιασώτης του. Ο άνθρωπος, ο εκδότης του, έχει τσαγανό. Είναι γεννημένος για την πένα. Έχει τον δημοσιογραφικό δαίμονα (όχι τον τυπογραφικό) μέσα του. Δαιμονίζεται. Ακριβώς σαν εμένα. Διαολιζόμαστε. Έχει πνεύμα “τσακιστό”. Όσο κι αν διαφωνώ, δεν μπορώ να μην επαινέσω τουλάχιστον τους τίτλους του, πέραν των περιεχομένων (όταν μιλά για) “Νέες ΟΡΧ – ΙΔΕΕΣ”! Κατεβάζει την πολιτική ή μάλλον την ΑΝΕΒΑΖΕΙ στα σύνορα του έρωτα και του πάθους. Είναι… ΠΑΘΟΣ. Ο Αραμπάς.

Ο αραμπάς FM

Τρία χρόνια μετά την έκδοσή του ο “Αραμπάς” βρήκε την ραδιοφωνική του εκδοχή σε μια επιχειρηματική σύμπραξη του Παντελή Φλωρόπουλου και του Θανάση Μπαρδάκη.

Το ραδιόφωνο του “Αραμπά” επανέφερε το 1994 την χαμένη φρεσκάδα της “ραδιοφωνικής άνοιξης” του 1989. Το δημοσιογραφικό και το τεχνικό επιτελείο του αποτελούνταν από δώδεκα συνεργάτες πλήρους απασχόλησης. Συνθήματά του: “Αραμπάς ή airbus;¨ και “αραμπά μ’ παπαντάμ”.

Με την συνεργασία του σπουδαίου ραδιοφωνικού παραγωγού και συλλέκτη Γιώργου Ψιλιώτη, ο “Αραμπάς fm” έχτισε ένα Ελληνικό μουσικό άκουσμα (χωρίς καθόλου ξένη μουσική) και υποχρέωσε το κοινό να συντονιστεί νοσταλγικά στην συχνότητά του.

Η διαφημιστική ζώνη κρατούσε αυστηρά τρία λεπτά, κανένα σποτ δεν κρατούσε περισσότερο από τριάντα δευτερόλεπτα και όλα επενδύονταν με ζωντανή μουσική σύνθεση, αποκλειστικά φτιαγμένη για το σποτ (όχι κλεμμένη από τραγούδια) εμπνευσμένη από ένα ευρηματικό πάντα διαφημιστικό κείμενο.

Αν και ο “Αραμπάς fm” είχε προσελκύσει το σύνολο σχεδόν της Τοπικής Διαφημιστικής Αγοράς, ο ακροατής του είχε τη μαγική αίσθηση ότι το ραδιόφωνο αυτό δεν είχε καθόλου διαφήμιση.

Η απήχηση του ραδιοφωνικού “Αραμπά” ήταν τεράστια. Χαρακτηριστική ήταν η έκφραση ενός Διευθυντή Τράπεζας που είπε: “Είναι σα ν’ απλώθηκε ένα μυαλό πάνω από την πόλη”.

Οι συνεργάτες

Συνεργάτες του “Αραμπά” υπήρξαν οι ποιητές: Γιάννης Υφαντής, Δημήτρης Πιστικός, Γιώργος Ζιόβας και ο μετέπειτα εκδότης του ποιητικού περιοδικού “Ίβυκος” Γιάννης Καραμητσόπουλος. Και οι συγγραφείς: Κώστας Κονταξής, Κώστας Δήμου Μαραγιάννης, Μάκης Γερολυμάτος, Κώστας Κακαβιάς. Στον “Αραμπά” δημοσίευσε το πρώτο της διήγημα η συγγραφέας Βησσαρία Ζορμπά – Ραμμοπούλου κι έκαμαν τα πρώτα τους δημοσιογραφικά βήματα η Νάντια Σαμαρά (μετέπειτα εκδότρια της ημερήσιας εφημερίδας “Συνείδηση”), ο Πάνος Τσακανίκας, ο Σωκράτης Τσόμπος, ο Γιώργος Παπατριανταφύλλου κ.ά.

Κατά καιρούς συνεργάστηκαν επίσης πολλοί αρθρογράφοι, μεταξύ των οποίων ο Δημήτρης Τσεκούρας, ο Νώντας Κόκκιος, η Ντίνα Γκόβελα, η Αγγελική Φούντα, ο Γιώργος Κωστακόπουλος,, ο Θανάσης Μανιφάβας, ο Γιώργος Γρίβας, ο Νίκος Σιάμος, η Βάγια Σπυρέλη, η Γεωργία Βλάχου, ο Γιώργος Σολτάτος, ο Κώστας Πατρώνης, ο Γρηγόρης Παπαλέξης και ο Μάκης Γουβέλης. Πολυεπίπεδη ήταν η συνεργασία του Γιάννη Γιαννακόπουλου.

Απαραίτητο στοιχείο της Σχολής του “Αραμπά” ήταν η σκιτσογραφία. Τον πρώτο χρόνο της κυκλοφορίας του βγήκε με τα σκίτσα του μαθητή τότε Ανδρέα Μωραΐτη. Στον “Αραμπά” αναδείχτηκε ως σκιτσογράφος ο Χρήστος Παπανίκος, ο οποίος γνώρισε αργότερα πανελλήνια αναγνώριση, αποτελεί δε τη μακροβιότερη συνεργασία, αλλά και το μεγαλύτερο εύσημο του Αραμπά”. Στο Διαφημιστικό Τμήμα εργάστηκαν ο μετέπειτα δάσκαλος Στέλιος Φούντας και ο μετέπειτα βουλευτής Θάνος Μωραΐτης. Πολυτιμότερη παρουσία όλων και στυλοβάτης ήταν η Βάσω Καρροπούλου, επωμίστηκε την ευθύνη για τις συνδρομές, την διεκπεραίωση, την διακίνηση και τις διαφημιστικές καταχωρήσεις της έκδοσης.

Η κυκλοφορία

Η κυκλοφορία του “Αραμπά”. έφτασε τα τρεις χιλιάδες φύλλα στην πόλη του Αγρινίου. Η αναγνωσιμότητά του ήταν πολλαπλάσια της κυκλοφορίας του, αφού κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι, ιδίως στα καφενεία και τις καφετέριες, όπου τον περίμεναν ανυπόμονα οι θαμώνες. Χαρακτηριστικό είναι το εξής γεγονός:

Το 1994 ένας υποψήφιος Δήμαρχος παρήγγειλε δημοσκόπηση στον Δήμο. Στην ερώτηση όμως “ποια τοπική εφημερίδα διαβάζετε;” δεν περιλαμβανόταν ο “Αραμπάς”. Αυτό ήταν και δείγμα της απαξίωσης που επιφύλασσαν οι πολιτικοί παράγοντες γι’ αυτόν. Οι ερωτώμενοι όμως αγνοούσαν τον πίνακα των τοπικών εφημερίδων που τους διάβαζε ο ερευνητής και απαντούσαν: “Ο Αραμπάς”. Η Ομάδα των πέντε ερευνητών εντυπωσιάστηκε. Είχε συμβεί το ίδιο σε όλους. Όταν τελείωσε η έρευνα, προτού φύγουν από το Αγρίνιο, επισκέφτηκαν το Γραφείο του “Αραμπά”. Είπαν ότι το εύρημά τους δεν έχει προηγούμενο. Εάν αποτυπωνόταν στην έρευνά τους, η αναγνωσιμότητα του “Αραμπά”, καθώς είπαν, θα έφτανε κοντά στο απόλυτο, θα έσπαγε επίσημα όλα τα ρεκόρ αναγνωσιμότητας.

Η αντίδραση

Το λαϊκό έρεισμα που απόκτησε ο “Αραμπάς”, προκάλεσε ανησυχία στην Τοπική και στην Κεντρική πολιτική εξουσία, αλλά και στις τάξεις των παραγόντων ολοκλήρου του κομματικού φάσματος που λάτρευαν την κριτική σε άλλα κόμματα, εκτός από το δικό τους.

Στην δεκαετία του ‘90 η πλειοψηφία των εκδοτών έχτιζε περιουσίες από την κρατική διαφήμιση που μοίραζαν οι βουλευτές των δύο μεγάλων κομμάτων στις εκλογικές τους περιφέρειες, έναντι επικοινωνιακού ανταλλάγματος φυσικά. Με ευθύνη και των δύο μεγάλων κομμάτων της εποχής η διαπλοκή της Δημοσιογραφίας με την Πολιτική είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της. Ήταν η “εποχή των παχιών αγελάδων” για τους εκδότες, ο “Αραμπάς” όμως αντιπαρέθετε το “παγκάρι”, ζητούσε μόνο τον οβολό του αναγνώστη του και για να το πετύχει, έπρεπε να τον κρατάει διαρκώς ευχαριστημένο.

Στην απειλή που αισθάνθηκαν οι πολιτικοί, προστέθηκε η αμηχανία που αισθάνονταν οι συντεχνίες. Ο λιτός, αιχμηρός, λαϊκός, ταυτόχρονα Ελληνοπρεπής λόγος του “Αραμπά” ήταν μια καινοτόμα πρόταση για μιαν άλλη λογοτεχνική γραφή, για ένα άλλο δημοσιογραφικό ήθος. Είδαν ότι αυτό αγαπήθηκε από τον καθημερινό άνθρωπο, η λογοτεχνία κατέβαινε τώρα στο λαό, ταυτόχρονα όμως άφηνε έκθετο για πρώτη φορά τον στόμφο της πνευματικής ελίτ. Γι’ αυτό και κράτησαν “ξινή” στάση. Δεν αναγνώρισαν τον “Αραμπά” ως λογοτεχνικό έντυπο, τον έλεγαν “δημοσιογραφικό”. Το ίδιο έκαμαν και οι δημοσιογράφοι που δεν τον αναγνώρισαν ως δημοσιογραφικό έντυπο, τον έλεγαν “λογοτεχνικό”.

Η παραστατική αυτή διχογνωμία των δύο συντεχνιών αποδεικνύει τη μεγάλη ταραχή που ένιωσαν όσοι κρατούσαν ένα ρόλο για τον εαυτό τους. Σε επίπεδο “Μη Αναγνώρισης” παρεμπόδισαν και τελικά στέρησαν από τον “Αραμπά” το συγγραφικό και δημοσιογραφικό δυναμικό της πόλης. Αν και η καινοφανής Σχολή Σκέψης που πρότεινε, επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά στη μάχη να γίνει αναγνώστης εφημερίδας ο δημότης (και μάλιστα ο δημότης που δεν διάβασε ποτέ ούτε εφημερίδα, ούτε βιβλίο) οι δημοσιογράφοι και οι λογοτέχνες δεν ανταποκρίθηκαν στις επίμονες προσκλήσεις, το αντίθετο μάλιστα, επιχείρησαν πολλές φορές να στήσουν απέναντί του το ένα ή το άλλο “αντίπαλο δέος”. Δεν πείσθηκαν ούτε όταν είδαν την πανελλήνια αναγνώριση που ερχόταν από την Αθήνα, γεγονός που αποτελούσε κοινωνικό εύσημο για μια επαρχιακή πόλη.

Αντιδήμαρχος, υπεύθυνος για τα Πολιτιστικά του Δήμου, δάσκαλος το επάγγελμα, όταν ρωτήθηκε τι γνώμη έχει για τον “Αραμπά”, εκφράζοντας το διευρυνόμενο συνεχώς  κλίμα ενόχλησης των παραγόντων, αλλά και της απαξίωσης που συστηματικά πια καλλιεργούσαν, απάντησε: “Έλα μωρέ, καλαμπούρια γράφει”.

Οι κομματικοί παράγοντες ένιωσαν ανασφάλεια, δε μπορούσαν όμως να τα βάλλουν ευθέως με τον μπελά που τους βρήκε, διακίνησαν λοιπόν στην πιάτσα μέσω προθύμων ανυπόστατες φήμες για να καλλιεργήσουν κλίμα καχυποψίας και αμφισβήτησης, εξέλιξη που δεν άργησε να εκφραστεί βίαια στις συνδρομές, εκεί δηλαδή ακριβώς που ο “Αραμπάς” έδινε την στρατηγική του μάχη.

Το τέλος

Η μετατροπή της εφημερίδας σε περιοδικό τον Δεκέμβριο του 1994 είχε σκοπό την μεγέθυνση της διαφημιστικής αγοράς, ως αντιστάθμισμα στην ενορχηστρωμένη επίθεση, κίνηση που έδωσε μια παράταση ζωής, δεν απέτρεψε όμως το τέλος.

Τον Δεκέμβριο του 1997 ο “Αραμπάς” έκαμε την τελευταία του έκδοση. Νωρίτερα είχε σταματήσει να εκπέμπει και ο ραδιοφωνικός σταθμός.

Η απόσυρση ήταν μια τελική πράξη εξαγνισμού απέναντι στον θεό – λαό, στο κυρίαρχο (για ένα λαϊκό έντυπο) αναγνωστικό κοινό που (όπως έλεγε ο εκδότης του “Αραμπά”) είχε αναφαίρετο δημοκρατικό δικαίωμα στο λάθος, ακόμα και στη μικροψυχία.

Η παύση της έκδοσης ήταν λελογισμένη παραίτηση. Έγινε για λόγους ευθιξίας απέναντι στην τρανή (αν και αστήρικτη) καχυποψία που οι παράγοντες είχαν καταφέρει να εδραιώσουν. Το ήθος που είχε επικαλεστεί ο “Αραμπάς” στα έξι χρόνια της κυκλοφορίας του και βασιζόταν στην αμοιβαιότητα εντύπου – αναγνώστη, δεν επέτρεπε να συνεχιστεί ως έκδοση  με αυτόν τον χαρακτήρα. Ο “Αραμπάς” έπρεπε να πεθάνει όρθιος. Αφού δεν απέφυγε την λαϊκή καχυποψία, σήμαινε ότι δεν ήταν αυτός ο δρόμος για τη θεραπεία της. Πλέον, έπρεπε να κάνει συμμαχία με τους πολιτικούς για να χρηματοδοτείται μέσω της κρατικής διαφήμισης ή να κλείσει.

Η διάδοχη κατάσταση

Με την θυσία του “Αραμπά” που λειτούργησε σαν άλλη “θυσία της Ιφιγένειας”, έγινε πράγματι ο εξευμενισμός του αναγνωστικού κοινού.

Ο σχεδιασμός όμως μιας νέας εκδοτικής επιτυχίας από τον ίδιο εκδότη απαιτούσε αρχιτεκτονικά έναν θεματικό αντίποδα, εκτός αν έκανε το ίδιο πείραμα σε άλλη πόλη. Με αυτόν τον γνώμονα σχεδιάστηκε ως εκδοτικός διάδοχος του “Αραμπά” μια Εφημερίδα Μικρών Αγγελιών και Πληροφοριών. Ήταν ένα νέο ταξίδι, αυτή τη φορά στο άλλο θεματικό άκρο. Ένα μήνυμα ότι οι πολιτικοί δεν χρειάζονται τέτοια εφημερίδα, επομένως ούτε η εφημερίδα χρειάζεται τους πολιτικούς, χρειάζεται μόνο τον αναγνώστη, επειδή του παρέχει χρήσιμες πληροφορίες.

Έτσι γεννήθηκε τον Νοέμβριο του 2000 στο Αγρίνιο η μηνιαία στην αρχή “Αναγγελία”. Όταν έφτασε τις χίλιες πωλήσεις στο περίπτερο, έγινε δεκαπενθήμερη κι όταν ως δεκαπενθήμερη έφτασε πάλι τις χίλιες πωλήσεις, έγινε εβδομαδιαία.

Η εκδοτική επιτυχία της “Αναγγελίας” δεν υπολείπεται εκείνης του “Αραμπά”.

Τη μετάβαση από τον “Αραμπά” στην “Αναγγελία” προετοίμασαν δύο μεγάλες διαφημιστικές εκδόσεις, είκοσι χιλιάδων αντιτύπων η καθεμία: O “Οδηγός Υγείας (1998) και το “Χαρτογραφικό Ευρετήριο” (1999).

Το μόνο θεματικό στοιχείο που πέρασε από το ένα έντυπο στο άλλο, ήταν το χρονογράφημα. Ως είδος είχε αρχίσει να εκλείπει, από τις αρχές δε του νέου αιώνα χάθηκε οριστικά από τις Αθηναϊκές εφημερίδες. Ο Παντελής Φλωρόπουλος μπορεί να χαρακτηριστεί ως ο τελευταίος χρονογράφος του Ελληνικού Τύπου. Το διατήρησε στην “Αναγγελία” μέχρι το 2019, αφού μέχρι τότε είχε δημοσιεύσει χίλια χρονογραφήματα.

Εκδοτικά, η “Αναγγελία” αποτελεί συνέχεια του “Αραμπά”, θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι μια μικρογραφία της “Ακρόπολης” του Βλάση Γαβριηλίδη, η οποία ήταν συνέχεια του σατιρικού περιοδικού “Μη χάνεσαι”.

Ο θρύλος

Υπό μία έννοια, το Κίνημα για την “Συγγραφική Δημοσιογραφία” που υπηρέτησε ο “Αραμπάς” στο τέλος του 20ου αιώνα, ηττήθηκε στην αρχή του 21ου. Μπορεί να είν’ έτσι, μπορεί να είναι κι αλλιώς.

Το βέβαιο είναι ότι και τα δύο αυτά εκδοτικά δημιουργήματα του Παντελή Φλωρόπουλου, ο “Αραμπάς” και η “Αναγγελία”, αποτέλεσαν πρωτοποριακές ενέργειες στον χώρο του έντυπου Τοπικού Τύπου, για τον πρόσθετο λόγο ότι και τα δύο δημιουργήθηκαν από το μηδέν, χωρίς κεφάλαιο, χωρίς χρηματοδότη, χωρίς επενδυτή, μόνο με προσωπική εργασία. Θεμελιώθηκαν στην αντίληψη ότι η εφημερίδα χρειάζεται μόνο άυλο κεφάλαιο, δηλαδή την φήμη της, άρα μπορεί να λειτουργήσει μόνο με τον “οβολό του αναγνώστη”.

Ο “Αραμπάς” δεν απευθυνόταν στον Δήμαρχο που μοίραζε υποχρεωτικές κατά το νόμο δημοσιεύσεις (διακηρύξεις δημοσίων έργων) ούτε στον βουλευτή που μοίραζε κρατικές διαφημίσεις στα έντυπα που τον στήριζαν, απευθυνόταν ευθέως στον αναγνώστη, αυτόν αναγνώριζε ως βασιλιά και από αυτόν μόνο διεκδικούσε τον σεβασμό.

Στην επιχειρηματική εκδοχή αυτού του θεωρητικού αξιώματος που εφάρμοσε στην πράξη ο “Αραμπάς”, δεν χρησιμοποιείται ως κεφάλαιο το χρήμα, ενορχηστρώνονται όμως όλες οι παράμετροι για να συμβαίνουν ταυτόχρονα, οπότε σε ιδρυτικό και λειτουργικό κεφάλαιο μεταποιούνται η προσωπική εργασία, η εμπορική πίστη και, φυσικά, η γνώση. Στοιχεία που επίσης βρίσκονται στον αντίποδα της κυρίαρχης Οικονομικής θεωρίας.

Η ανάμνηση του αιρετικού “Αραμπά” τα χρόνια που ακολούθησαν, μετουσιώθηκε σ’ έναν δημοσιογραφικό και λογοτεχνικό θρύλο του Αγρινίου. Όταν κάποτε σ’ ένα καφενείο ένας παππούς διάβαζε τον “Αραμπά”, τον ρώτησε ο καφετζής αν του αρέσει. Κι αυτός απάντησε: “Μα…αυτό εδώ είναι το χαμόγελο του Αγρινίου”. Στη μνήμη όσων τον γνώρισαν, ο “Αραμπάς” φαντάζει σαν αερικό που διάβηκε από την πόλη κι έκαμε όλους να βλέπουν τον κόσμο αλλιώς.

Η παρακαταθήκη

Ο “Αραμπάς” έκλεισε, η παρακαταθήκη του όμως έμεινε. Όχι μόνο γιατί βρήκε την εκδοτική του συνέχεια στην “Αναγγελία”, αλλά γιατί – ξεκινώντας από τη μοναδική του εμπειρία – διαμόρφωσε και κατέθεσε δημόσια πρόταση για ολική εξυγίανση του Έντυπου Τύπου. Σε άρθρο του υπό τον τίτλο “η Άμεση Δημοκρατία και ο Τοπικός Τύπος” που δημοσιεύτηκε σε τρεις συνέχειες στην “Αναγγελία” τον Ιανουάριο του 2005, ο Παντελής Φλωρόπουλος μιλάει “για την ευθύνη και τον ιστορικό ρόλο του αναγνωστικού κοινού στη θέση μιας επαναστατικής κοινωνικής τάξης”. Έγραψε ότι ιδιοκτήτης της εφημερίδας πρέπει – με νόμο – να γίνει ο ίδιος ο αναγνώστης, όχι ο επενδυτής.

Με τον τρόπο αυτό θα κοπεί η διαπλοκή στη ρίζα της και η Δημοκρατία θ’ ανθίσει. Αυτό μπορεί να γίνει με ίδρυση ανά Δήμο Εταιρειών Λαϊκής Βάσης. Μέτοχοι των Εταιρειών θα ήταν οι ίδιοι οι αναγνώστες. Η αξία της μετοχής τους δεν θα ήταν μεγαλύτερη από το ύψος μιας ετήσιας συνδρομής, αθροιστικά όμως θα σχηματιζόταν το αναγκαίο ιδρυτικό κεφάλαιο. Η εφημερίδα