Η σκάλα

Ο Ιάσων έκανε περιπάτους με τον Μυρτιδαίο. Εκείνος θαύμαζε τον δάσκαλο για τις γνώσεις του, έλεγε όμως σε όλους, το έλεγε και στον εαυτό του:

“Εγώ κι ο Ιάσων σκεφτήκαμε κείνο, εγώ κι ο Ιάσων σκεφτήκαμε τ’ άλλο”.

Δυο – τρεις φορές ο Ιάσων του είπε γλυκά: “Όχι, δεν το σκεφτήκαμε μαζί αυτό, εσύ το σκέφτηκες”.

Ήθελε έτσι να του δώσει κάτι, μήπως και βρει την ισορροπία του λόγου του.

Ο Μυρτιδαίος – και τις τρεις φορές – δεν είπε τίποτε για το “δώρο” του δασκάλου. Είπε όμως κάτι άλλο, για ν’ αλλάξει θέμα η κουβέντα, για να πάνε αλλού.

Από την επόμενη μέρα συνέχισε το χαβά του. Το έλεγε σε όλους, το έλεγε και στον εαυτό του: “Εγώ κι ο Ιάσων σκεφτήκαμε κείνο, εγώ κι ο Ιάσων σκεφτήκαμε τ’ άλλο”.

Σε μερικούς μάλιστα που ήξερε ότι δεν ξέρουν τον Ιάσονα, μιλούσε σα να ήταν όλες αυτές οι ιδέες δικές του.

Το έμαθε ο δάσκαλος και – μια μέρα που το έφερε η κουβέντα – του λέει:

“Όχι, δεν το σκεφτήκαμε μαζί αυτό, εγώ το σκέφτηκα”.

Ανέβασε τον τόνο της φωνής του. Ήθελε έτσι να του προκαλέσει ένα σοκ, μήπως και ο Μυρτιδαίος βρει την ισορροπία του λόγου του.

Ο Μυρτιδαίος δε μπορούσε ν’ αμφισβητήσει ότι “αυτό το είχε σκεφτεί ο Ιάσων”, αλλά ήταν φανερό, είχε πάθει ασφυξία. Και, για να κρύψει τον συγκρατημένο εκνευρισμό που προκαλούσε η ασφυξία, του, άρχισε ν’ αμφισβητεί την ορθότητα άλλων λόγων του Ιάσονα για άλλα θέματα.

Η κουβέντα έχασε πια τον ειρμό της, τώρα τσαλαβουτούσαν κι οι δυο. Και, φυσικά, ήταν η σειρά του Ιάσονα να αισθανθεί πνιγηρά. Το ανομολόγητο της αιτίας δηλητηρίαζε όλα τα υπόλοιπα, η παρέα τους γινόταν άχαρη. Κατάλαβε ότι δεν υπήρχε θεραπεία για το κακό χούι του Μυρτιδαίου, άρα έπρεπε να δράσει πιο δυναμικά, πριν παραιτηθεί από την φιλία μαζί του, όπως έκανε συχνά με τους ανεπίδεκτους.

“Να σου πω”, του λέει μια μέρα. “Φαντάσου μια σκάλα που ξεκινάει από τη γη και φτάνει μέχρι τον ουρανό. Οι άνθρωποι που θέλουμε να φτάσουμε ψηλά πνευματικά, όπως εσύ κι εγώ, τάξαμε τη ζωή μας να την ανεβαίνουμε σκαλί το σκαλί… Αλλά ξέρεις τι βλέπω;”…

“Τι βλέπεις;”, είπε ο Μυρτιδαίος.

“Βλέπω ν’ ανεβαίνουν τη σκάλα πολλοί άνθρωποι. Άλλοι έφτασαν σε ψηλότερο σκαλί από μένα κι άλλοι είναι ακόμα σε χαμηλότερο”…

“Εμένα… πού με βλέπεις;”, ρώτησε με αγωνία ο Μυρτιδαίος.

“Εσένα σε βλέπω ψηλότερα από πολλούς, ψηλότερα κι από μένα”.

“Αλήθεια;”…

“Αλήθεια! Κι επειδή οι σοφοί έλεγαν να κάνεις δάσκαλό σου όποιον θεωρείς ανώτερό σου, θέλω να γίνω μαθητής σου. Από δω και στο εξής, δεν θα είμαστε ισάξιοι στην κουβέντα, όπως ήμασταν μέχρι τώρα. Εσύ θα λες κι εγώ θ’ ακούω”.

Από την άλλη μέρα κιόλας ο Ιάσων στην κουβέντα τους δεν άνοιγε το στόμα, δεν έλεγε λέξη. Περίμενε να μιλήσει ο δάσκαλος.

Ο Μυρτιδαίος όμως δεν είχε τίποτε να πει!

Στον περίπατο που πήγαν, ήταν πολύ αμήχανος, δε μπορούσε να βρει τα ζύγια του, σα να είχε χάσει το έρμα του… Κάποια στιγμή λέει στον Ιάσονα:

“Δεν θα πεις τίποτα;”…

“Όχι. Τα είπαμε αυτά”, είπε εκείνος. “Περιμένω να πεις εσύ. Ασκώ τον εαυτό μου για ν’ ακούσει τον λόγο σου, να τον χωνέψει, να τον ενστερνιστεί”…

“Δεν έχω κάτι να πω”, είπε ο Μυρτιδαίος.

“Είναι κι αυτό ένα καλό μάθημα”, είπε ο Ιάσων.

Συνέχισαν τον περίπατό τους σιωπηλοί, χωρίς να λέει λέξη κανένας.

Έλα όμως που ο Μυρτιδαίος από κείνη τη μέρα έχασε τον ύπνο του. Δε μπορούσε πια να λέει σε όλους, ούτε στον εαυτό του, ότι… “εγώ κι ο Ιάσων σκεφτήκαμε κείνο, εγώ κι ο Ιάσων σκεφτήκαμε τ’ άλλο”.

Τίποτα! Σα να είχε αδειάσει το μυαλό του… Κι όσο περνούσαν οι μέρες, τόσο πιο πολύ μεγάλωνε το κενό που αλώνιζε στο μυαλό του.

Σηκώνεται, πάει στον Ιάσονα:

“Δεν αντέχω άλλο”, του είπε. “Πες κ&