Ποιος είναι ο Χρήστος Παπανίκος;

Σαράντα εφτά (47) χρόνια πριν. Δύο ή τρεις μήνες μετά το Πολυτεχνείο. Δικτατορία. Σ’ ένα γάμο, κάπου στην Αθήνα, ο Διευθυντής του «Ταχυδρόμου», Παπαδημητρίου στο επώνυμο, συναντά τον γιο της αδερφής του, τον Μήτσο Κολοβό, από την Παραβόλα.

Κι έγινε κουβέντα για ταλέντα. Ο Μήτσος κάνει λόγο στον θείο του για έναν νεαρό φίλο του που γράφει χρονογραφήματα, και γράφει σαν Παπαδιαμάντης. Ο Παπαδημητρίου, δυνατά για να τον ακούνε οι κυρίες της παρέας, λέει στον ανιψιό του: «Να μου τον στείλεις οπωσδήποτε. Εγώ βοηθάω τους νέους».

Έρχεται ο Μήτσος στην Πλατεία Κουμουνδούρου που είχα ένα δωμάτιο σ’ ένα ερείπιο, μου λέει «το και το»…

Δεν ένιωθα έτοιμος για ένα τόσο μεγάλο βήμα. Η επιμονή όμως του Μήτσου ήταν μεγάλη. Πήγα.

«Είμαι ο… με στέλνει ο…»…

Έγραφε. Δεν σήκωσε κεφάλι να με κοιτάξει. Ώρα πολλή. Μου φάνηκε αιώνας. Περίμενα ορθός.

Κάποτε σήκωσε το κεφάλι κι άφησε το στυλό του πάνω στο χειρόγραφο. Αντί χαιρετισμού, αντί άλλης τυπικής κουβέντας, είπε κοφτά:

«Για να μπεις εσύ εδώ μέσα, πρέπει να πεθάνει κάποιος από μας».

Ένιωσα το δάπεδο και το ταβάνι να γίνονται ένα. Δεν θυμάμαι αν ψέλλισα κάτι. Μάλλον δεν το έκαμα.

Ο Παπαδημητρίου είδε ότι κεραυνοβολήθηκα και θέλησε ν’ απαλύνει την κατάσταση:

«Εμείς άλλωστε έχουμε χρονογράφο την Έλενα Ακρίτα», είπε.

Θα παραλείψω τα υπόλοιπα για να πω εν συντομία ότι, έκτοτε διάβαζα την – νεαρή επίσης – Έλενα Ακρίτα. Μου άρεσε. Ήθελα να μάθω από το κείμενό της πώς έπρεπε να γράφω κι εγώ για να πάρω κάποτε μια στήλη σ’ ένα μεγάλο έντυπο, όπως εκείνη. Ήμουν δε τόσο αυστηρός με τον εαυτό μου, που δεν του επέτρεψα ποτέ να σκεφτεί ότι ο Παπαδημητρίου δεν καταδέχτηκε να ρίξει έστω μία ματιά στα χειρόγραφα που του πήγα… Καλά έκαμε που με «τσάκισε». Έτσι έλεγα. Κι έτσι λέω ακόμα. Το μόνο του λάθος ήταν που με κάλεσε να πάω.

Σαράντα εφτά χρόνια μετά δεν έχω φύγει από την άποψη που σχημάτισα τα χρόνια που μεσολάβησαν, ότι κάποιοι, σαν την αστή Έλενα Ακρίτα, «πρέπει να είναι «εκεί» και κάποιοι, σαν τον λαϊκό Χρήστο Παπανίκο, πρέπει να είναι «εδώ». Η διοικητική και η πνευματική «τάξη» της χώρας δεν άλλαξαν ποτέ. Ένα ιδιότυπο «Κολωνάκι» που είναι προορισμένο από το Θεό για να νουθετεί το λαό. Σα να μοιράστηκε η τράπουλα μία φορά για πάντα…

Διότι, ναι, ο Παπανίκος, ο Χρήστος Παπανίκος, είναι ο «λαός» που αρνήθηκε να γίνει «Κολωνάκι». Είναι η αόρατη και αθόρυβη Ελλάδα που, η κυρία Ακρίτα δεν υποψιάζεται καν την ύπαρξή της. Μιλώ για την Ελλάδα που μέσα στην αφάνειά της, επιμένει να σκέφτεται, να στοχάζεται, να αισθάνεται, να κάνει Τέχνη, αλλά – για τον επιούσιο – να μοιράζει (όπως ο Χρήστος) μπουκάλες πετρογκάζ στις γριούλες της γειτονιάς του στο Αγρίνιο, χωρίς να ζητάει τίποτα, ποτέ, από κανέναν, ούτε καν τον έπαινο.

Σαράντα εφτά χρόνια μετά (2020 πια) βρίσκω πάλι μπροστά μου την Έλενα Ακρίτα, αυτή τη φορά, επειδή ξεμπρόστιασε (για ένα σκίτσο) τον πνευματικό μου γιο, το παιδί του «αραμπά» μου. Κι ακολούθησε «η μαρίδα»… Που έφτασε ν’ απειλεί ακόμα και τη ζωή του…

Φθινόπωρο 1991.

Η έκδοση του «αραμπά» κάνει «σεισμό» στο Αγρίνιο. Ένας αναγνώστης μας δίνει την πληροφορία ότι στον Άγιο Κωνσταντίνο είν’ ένας νεαρός που κάνει καταπληκτικά σκίτσα. Θυμήθηκα τι έκαμε ο Παπαδημητρίου σ’ εμένα. Και στέλνω μήνυμα στον άγνωστο αυτόν νεαρό. Δεν ήρθε. Επέμεινα. Ήρθε. Κι έκατσε απέναντί μου ντροπαλά, συνεσταλμένα, ταπεινά.

Ξεκινήσαμε συνεργασία. Τα σκίτσα του ήταν «άψητα» τότε, αλλά το συζητούσαμε πολύ. Απ’ την αρχή αυτής της διαδρομής αντιμετώπισε την οξύτατη αντίδραση των γονιών του. Τον ήθελαν για το μαγαζί τους, με τα υαλικά. Δεν τον άφηναν να σκιτσάρει στον «αραμπά». Λόγω της έντονης θρησκευτικότητάς τους, τον θεωρούσαν μάλλον «αμαρτωλό», αφού ο σατιρικός «αραμπάς» δεν είχε «ιερό και όσιο». Φτάσαμε στο σημείο να σκιτσάρει χωρίς υπογραφή, ώστε να μην ξέρουν οι γονείς του ότι κάνει σκίτσα σ’ αυτήν την παλιοφυλλάδα. Ερχόταν ο Χρήστος στο Γραφείο κι έπαιρνε τον «αραμπά», τον έβαζε κάτω από το πουκάμισό του, τον έκρυβε, όπως παλιότερα αγόραζαν στο περίπτερο κι έκρυβαν κάτω απ’ το παλτό τους την «Αυγή» οι αριστεροί.

Ο Χρήστος Παπανίκος «ψήθηκε» σαν σκιτσογράφος στον «αραμπά». Μπολιάστηκε με το ασυμβίβαστο και ανυπόταχτο (θα έλεγα δε αναρχικό) πνεύμα εκείνης της επαρχιακής λαϊκής φυλλάδας.

Αναρχικό, διότι:

Το σκίτσο του Παπανίκου δεν βάζει απέναντί του μόνο την κυβερνητική εξουσία, όπως κάνουν μονοδιάστατα οι επικριτές του που, αυτές τις μέρες σκύλιασαν και φωνάζουν «σταύρωσον, σταύρωσον».

Το σκίτσο του Παπανίκου βάζει απέναντί του όλες τις εξουσίες, την εξουσία και την αντιεξουσία μαζί. Βάζει απέναντί του την πολιτική ΚΑΙ την θρησκευτική εξουσία. Βάζει απέναντί του την εξουσία του πρωθυπουργού, αλλά και του αρχηγού κάθε πολιτικού κόμματος, χωρίς να ξεχνάει την εξουσία του παπά της ενορίας επί των ψυχών. Βάζει απέναντί του ακόμα και την εξουσία του νταή που κάνει κατάληψη στο σχολείο με το «έτσι θέλω», χωρίς να υπολογίζει την αντίθετη γνώμη της πλειοψηφίας. Αλλά ο Χρήστος Παπανίκος δε νοιάζεται μόνο για την αντίθετη γνώμη της πλειοψηφίας που, ας πούμε, παραβιάστηκε. Τον καίει κυρίως η γνώμη της μειοψηφίας. Κυρίως αυτή. Η ματιά του πάει κατευθείαν στο μοναχικό παιδάκι που δεν έχει λόγο στο προαύλιο του σχολείου όπου επικρατούν οι μάγκες. Ήταν ένα τέτοιο παιδάκι ο ίδιος, όταν ακόμα πήγαινε στο σχολείο. Το σκίτσο του με τους πιθήκους υπερασπίζει το παιδάκι που αντιπαθεί τη βία, έχει την φρόνηση να μην πάει κόντρα στην αγέλη των παλικαράδων για να μη φάει ξύλο, διεκδικεί όμως το δικαίωμα να έχει λόγο. Γιατί μόνο με τον Λόγο υπάρχει. Τώρα ο Παπανίκος «τρώει ξύλο» από τους «παλικαράδες του facebook»… Λες και η βία του σχολικού προαυλίου δεν παύει με την ενηλικίωση, απλώς αλλάζει μορφή και περιεχόμενο…

Με άλλα λόγια, το σκίτσο του Παπανίκου με τους πιθήκους στα κάγκελα, υπερασπίζεται την βουβή μειοψηφία, τι λέω, ούτε καν τη μειοψηφία, υπερασπίζεται τον αδύνατο, τον πιο αδύναμο κρίκο της μαθητικής κοινότητας εκεί, στη γωνιά του, στην κόχη του, που κάνει σκέψεις, έχει αισθήματα, έχει Λόγο, δε μπορεί όμως ν’ αρθρώσει ούτε λέξη, γιατί θα το κρεμάσουν ανάποδα οι επαναστάτες.

Απέναντι σ’ αυτό το ανίερο σκίτσο του Παπανίκου οι καλοί χριστιανοί και οι αριστεροί της Ελλάδας επέδειξαν την ίδια συμπεριφορά που είχαν οι καλοί ισλαμιστές απέναντι στα σκίτσα του Προφήτη Μωάμεθ που έκαναν Ευρωπαίοι σκιτσογράφοι και δολοφονήθηκαν για την ιεροσυλία.

Δε φτάνουν όμως αυτά για ν’ απαντήσουν στο ερώτημα «ποιος είναι ο άγνωστος στο ευρύτερο κοινό Χρήστος Παπανίκος»… Θα προσθέσω λοιπόν λίγες λέξεις ακόμα, αφού προηγουμένως διευκρινίσω ότι… δεν έχει κανένα νόημα να υπερασπίσει κανείς το ανίερο σκίτσο του Παπανίκου. Αποστολή του σκίτσου είναι να κρίνει, με οξύτητα (όσο μεγαλύτερη, τόσο καλύτερα) επομένως μπορεί – και πρέπει – να κρίνεται. Ακόμα κι έτσι όπως (άθλια) κρίθηκε. Το πρόβλημα δεν είναι αυτό. Πρόβλημα είναι… τι απελευθερώνεται στον αέρα από την κατσαρόλα που βράζει, όταν ένα σκίτσο (ένα σκίτσο ρε) ανασηκώνει το καπάκι…

Ο Παπανίκος συνεχίζει την αποστολή του σκίτσου, όπως την εννοούσαν οι παλιοί, παλιά. Την συνεχίζει απέναντι σ’ έναν καινοφανή Orlando Furiozo που αυθαδιάζει ακόμα και μπροστά στη μεγαλύτερη ομορφιά, όταν η ομορφιά αυτή αρνείται να γίνει του χεριού του.

Για τους αψίκορους επικριτές του Παπανίκου που – στο όνομα της Δημοκρατίας και λοιπά και λοιπά – «βγήκαν στα κάγκελα», έχω δυο κρίσιμες πληροφορίες:

Ο Χρήστος Παπανίκος δεν σκιτσάρει για κανένα αφεντικό, δεν εργάζεται για κανένα Μέσο Ενημέρωσης, παναπεί, δεν πληρώνεται από κανέναν, ψευτόμαγκες… Μόνο οι πληρωμένοι «δεν το πιάνουν αυτό»… Αυτός ο σπάνιος άνθρωπος λέει μόνο εκείνο που παράγει η ψυχούλα του. Αλλά τα παπαγαλάκια του διαδικτύου δεν ξέρουν τι σημαίνει να είσαι «ελεύθερο πουλί». Ο Παπανίκος κάνει Τέχνη, την ίδια ώρα που – σα χαμάλης – μοιράζει μπουκάλες πετρογκάζ στις γριούλες της γειτονιάς του, ακούει και τον καημό της μοναξιάς τους από πάνω, κάθε μέρα, τους κάνει και θελήματα, όταν εκείνες δε μπορούν ή δεν έχουν κανέναν στον κόσμο… Εδώ σε θέλω μάστορα…

Αυτό το πλάσμα – που έχει δημοσιεύσει σκίτσα απαράμιλλης Τέχνης (σκίτσα που έχουν συγκινήσει κόσμο και κοσμάκη, μεταξύ των οποίων και χιλιάδες παιδιά, αφού εικονογραφεί με απέραντη τρυφερότητα και παραμύθια) αυτό το θείο πλάσμα, αρνήθηκε κατ’ επανάληψη την επίμονη πρόσκληση του ζωγράφου και Καλλιτεχνικού Διευθυντή της Δημοτικής Πινακοθήκης Αγρινίου Χρήστου Γαρουφαλή που ήθελε (και θέλει) να του κάνει μία έκθεση για να τον τιμήσει. Αρνήθηκε επίσης θέση δασκάλου στα Τμήματα Ζωγραφικής του Δήμου Αγρινίου. Επιμένει, την ώρα που δουλεύει ένα σκίτσο στο μυαλό του, την ίδια ώρα, να κάθεται στο μαγαζάκι που κληρονόμησε από τον πατέρα του και – μετά τον θάνατο του αδελφού του, μόνος πια – να πουλάει γυαλικά ή να κουβαλά στον ώμο μια μπουκάλα πετρογκάζ για τις αγαπημένες του κυρούλες…

Τι να καταλάβεις εσύ από τον Παπανίκο, κυρία Ακρίτα μου;

Μοιράσου το!

Γράψε ένα σχόλιο...

Scroll to Top