Ποιος είπε ότι η εθνική μας φαγωμάρα είναι κακό πράμα;

Τη δεκαετία του ’90 έγραφα με ιδιαίτερη ένταση για την δυνατότητα (αλλά και την ανάγκη) “να γίνει ο κάμπος του Αχελώου ο λαχανόκηπος της Ευρώπης”. Τόσο έντονα μιλούσα γι’ αυτό το θέμα, που ενόχλησα πολλούς, άλλους γιατί νόμιζαν ότι “είχαν βρει την κότα με το χρυσό αυγό”, το Δημόσιο, άρα τι χρειαζόταν να ψάχνουμε για άλλες λύσεις… και άλλους γιατί η κατεύθυνση αυτή της οικονομίας απαιτούσε χειρωνακτική δουλειά, την οποία, τότε, θεωρούσαν όχι μόνο κοπιαστική, αλλά και παρακατιανή. Καθολικό αίσθημα που στις αρχές της δεκαετίας του ’90 άνοιξε τα σύνορα κι έφερε στην Ελλάδα ένα εκατομμύριο Αλβανούς εργάτες για να κάνουν τις “βαριές δουλειές” που δεν έκανε κανένας – φρεσκοδιορισμένος στο Δημόσιο – νεοέλληνας!

Ένας νεαρός τότε αγρότης είχε αγανακτήσει από την επιμονή μου και τις αιρετικές – κόντρα στο γενικό κλίμα – συζητήσεις που άκουγε να κάνω. Έβγαινε λοιπόν στα καφενεία κι έλεγε: “Αφού ο Παντελής θέλει λαχανόκηπο, να τον κάνει ο ίδιος και ν’ αφήσει εμάς στην ησυχία μας”.

Του χάλαγα τη σούπα του κυρίου…

Δεν θα είχε νόημα ν’ απαντήσει κανείς στον νεαρό, ούτε του απάντησα ποτέ, παρά το γεγονός ότι ήταν γνωστός μου και λέγαμε “καλημέρα”. Έχει αξία όμως ν’ ασχοληθεί κανείς με τον λόγο του, επειδή δεν ήταν μόνο δικός του, απηχούσε μια μεγάλη στροφή της κοινωνίας προς μια κατεύθυνση που, είκοσι, τριάντα χρόνια μετά, σήμερα, όλοι ξέρουμε πού οδήγησε, την ίδια στιγμή όμως η κοινωνία, ιδίως δε η τότε νεολαία (που έφτασε σήμερα στα πρώτα “ήντα”) εγκατέλειπε μια αλυσίδα παραγωγής παραδοσιακών προϊόντων που ερχόταν από μακριά…

Στην ανάγνωση αυτού του χαρακτηριστικού επεισοδίου προκύπτουν πολλά ζητήματα, ένα από τα οποία έχει, νομίζω, ειδικό ενδιαφέρον…

Επικρατεί μία Σχολή Σκέψης η οποία οδηγεί τους λαϊκούς ανθρώπους σε μια συμπεριφορά πλήρως εξαρτώμενη από τον “σωτήρα” και, ούτε λίγο, ούτε πολύ, λέει: “Ωραίο είναι αυτό που λες, κάν’ το εσύ, κι εγώ σ’ ακολουθώ”.

Η συμπεριφορά αυτή έχει τη ρίζα της στη διαχρονική σχέση του πιστού με το Θεό, αλλά, στην πράξη, μεταφράζεται ως εξής:

Αν η έρευνα ενός δημοσιογράφου οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι μπορεί και πρέπει να αναστηθεί το μοναδικό στον κόσμο Σαγκουίνι Γουρίτσης, ας πούμε, δεν χρειάζεται να το γράφει και να το ξαναγράφει, “να μας ζαλίζει τον έρωτα”… Να πάει να το κάνει μόνος του. Ν’ αφήσει την δημοσιογραφία του και να πάει να κάνει το Σαγκουίνι Γουρίτσης ο ίδιος.

Άντε όμως και το κάνει.

Τελείωσε;

Όχι. Δεν τελείωσε. Οι αγρότες που είναι δικό τους θέμα να το κάνουν, κάθονται στο πεζούλι, πίνουν αραχτοί το φραπέ τους, παρακολουθούν από μακριά και σχολιάζουν τα γεγονότα.

Αν ο τρελός πετύχει, θα διεκ&