Οι φασολιές

Μια φορά ο Ιάσων είχε σπείρει φασόλια στον κήπο του.

Όταν φύτρωσαν οι φασολιές, πότιζε, βοτάνιζε. Κι αυτές μεγάλωσαν, κλώνιασαν. Δεν έβρισκε όμως χρόνο να πάει στην ακρολιμνιά, να κόψει καλαμίδες για να τις κλαρώσει.

Οι φασολιές έβγαλαν κλωνιά, μεγάλωναν τα κλωνιά και σαν τα πλοκάμια του χταποδιού άρχισαν να πηγαίνουν προς όλες τις κατευθύνσεις ψάχνοντας ένα στήριγμα για να σκαρφαλώσουν.

Κάποια πλοκάμια έφτασαν μέχρι τους διπλανούς λάκκους, η κορυφή τους σκαρφάλωνε η μία πάνω στην άλλη. Γονάτισαν όμως την άλλη μέρα. Όπως ο κισσός που δε μπορεί να σκαρφαλώσει στον εαυτό του.

Ο Ιάσων τις έβλεπε να ψάχνουν στήριγμα για ν’ ανέβουν ψηλά και πόναγε.

Μια μέρα παράτησε όλες τις άλλες δουλειές και άρον – άρον πήγε στην ακρολιμνιά, έκοψε καλάμια, γύρισε, τά ‘μπηξε.

Ήρθε η άλλη μέρα. Πήγε να δει.

Και είδε.

Τα κλωνιά που έφευγαν, είχαν κάνει στροφή, γύρισε η κορυφή τους, στράφηκαν στην αφετηρία, στην πηγή, κατευθυνόταν στην καλαμίδα που έμπηξε ο Ιάσων στον λάκκο της φασολιάς.

Είτε φτωχό καλάμι έβαζε, είτε χρυσό μπαστούνι, τίποτε δεν θα έκανε τις φασολιές του ν’ αλλάξουν γνώμη.

Θα γύριζαν.

Είτε για το φτωχό καλάμι, είτε για το χρυσό μπαστούνι, θα γύριζαν.

Την επόμενη μέρα είχαν αγκαλιάσει τα καλάμια και ηδονικά περιστρέφονταν προς τα πάνω χτίζοντας το δικό τους φασολένιο πύργο. Αλλά κλωστούλες άλλες, που αδυνάτισαν κατά τη μάταιη τόσες μέρες αναζήτηση, έμειναν εκεί κατάκοιτες με χαμένο το δρόμο τους να ψάχνουν απεγνωσμένα για στήριγμα εδώ, εκεί, μακριά – κι ο Ιάσων ήξερε – στο πουθενά. Ήταν αδύνατο να γυρίσουν, έχασαν την εμπιστοσύνη τους σ’ αυτόν, μάλλον ξέχασαν την αφετηρία τους, βυθίστηκαν στη λήθη, γονάτισαν από τον πόνο, πήγε βλέπεις αργά, δε μπορούσε να πείσει καμιά τους να γυρίσει πίσω, η πρότερη μνήμη τους εξατμίστηκε…

Σήκωσε μερικές, τις έσυρε στην καλαμίδα, μήπως τις σώσει… Μάταιο!

Έσπαγαν.

Την άλλη μέρα τις βρήκε να έχουν στρέψει την πεσμένη κορυφή τους προς το άγνωστο.

Ήταν αργά να γλιτώσει τις φασολιές του από την ψευδαίσθηση ότι κάπου στο πουθενά είναι το στήριγμα, κάπου στο Τίποτα η καλαμιά τους, για να σκαρφαλώσουν εκεί, να φτιάξουν τον φασολένιο πύργο τους και ν’ ανθίσουν, να καρπίσουν, να γίνουν οι σπόροι της άλλης γενιάς…

Και τότε ο Ιάσων γονάτισε δίπλα τους κι έκλαψε πικρά.