“Οι αριβίστες” του Μάκη Σέργιου στο “Βιβλιοτρόπιο”

Το συναρπαστικό μυθιστόρημα του Μάκη Σέργιου “οι αριβίστες” παρουσίασαν την Πέμπτη (28 Ιουνίου) στο “Βιβλιοτρόπιο” ο εκδότης του “Μαχητή” Νίκος Κανής, ο συγγραφέας και πρώην εκδότης της “Αναγγελίας” Παντελής Φλωρόπουλος και, φυσικά, ο ίδιος ο συγγραφέας. Το βιβλίο εκδόθηκε το 2017 από τις “Εκδόσεις Ωκεανός”. Πριν το Αγρίνιο, παρουσιάστηκε σε Αθήνα, Πάτρα, Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα και, παντού, απέσπασε ενθουσιώδεις κριτικές, οι δε πωλήσεις του είναι εντυπωσιακές, ιδίως αν λάβει κανείς υπ’ όψη του ότι είναι το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα.

Η ομιλία του Παντελή Φλωρόπουλου

Για το βιβλίο του Μάκη Σέργιου έκαμε μία κριτική προσέγγιση ο Παντελής Φλωρόπουλος και την οποία παραθέτουμε εδώ:

Για να διαβάσω ένα βιβλίο, πρέπει να μου αρέσουν οι δύο πρώτες σελίδες του. Αν δε μου αρέσουν, δεν το πετάω (σέβομαι όλα τα βιβλία) όμως το αφήνω στην άκρη.

Δεν ξέρω πόσον καιρό “δούλευε” ο Μάκης Σέργιος τις δύο πρώτες σελίδες από τους “αριβίστες”. Μπορεί και να του βγήκαν ηφαιστειακά, όπως συμβαίνει με τους χυμούς του εφηβικού έρωτα. Το ζήτημα είναι ότι “οι αριβίστες” με τις δύο πρώτες σελίδες τους κέρδισαν έναν εξόχως στριμμένο αναγνώστη: Εμένα.

Διάβασα τις δύο πρώτες σελίδες, όπως κάνω πάντα, έκλεισα το βιβλίο, άφησα την αίσθηση από την ανάγνωση να με “τρυγάει” για μέρες και περίμενα να μου μιλήσει.

Και μου μίλησε.

Γιατί το βιβλίο δε γράφει μόνο, μιλάει κιόλας.

Ότι μίλησε, στον δικό μου κώδικα σήμαινε ότι το βιβλίο “με καλούσε”. Κάτι που δεν συμβαίνει συχνά με τα βιβλία που θέλω να διαβάσω. Ξαναπήρα το βιβλίο στα χέρια μου, διάβασα πάλι τις δύο πρώτες σελίδες, μόνο που αυτήν τη φορά δε μπορούσα να σταματήσω. Ούτε κατάλαβα πότε διάβηκα στην εκατοστή σελίδα…

Περνώντας από τη μια σελίδα στην άλλη ξεχνάς την πολυδιαφημισμένη εμπορική συνταγή της έκπληξης ή της ανατροπής (τεχνικές που χρησιμοποιούνται από τους συγγραφείς για να έλκονται οι αμύητοι αναγνώστες) όχι, εσύ στρογγυλοκάθεσαι πάνω στα μινιμαλιστικά μαξιλάρια των περιγραφών και – χωρίς να το καταλάβεις – γίνεσαι το “περιβάλλον” εντός του οποίου “τρέχουν” τα γεγονότα. Νιώθεις διάχυτος γύρω από τους ήρωες, όπως η φευγάτη ψυχή, που από τον άυλο πια κόσμο της παρακολουθεί τα πρόσωπα στην υλική μορφή τους, πρόσωπα γνωστά και οικεία, χωρίς ωστόσο να μπορεί να παρέμβει κάπως για να τα γλιτώσει από το ολίσθημα, δεν το επιτρέπουν οι υπερυλικές της διαστάσεις…

Ο Μάκης Σέργιος περιγράφει έναν κόσμο που βγαίνει “από μας”, αλλά δεν είναι “σαν εμάς”. Είναι σα να φεύγει από μας με τη μορφή του ατμού, να περνάει από μια μαγική πύλη, και να μεταμορφώνεται σε μια κυρίαρχη τάξη για να μοιραστεί – ιεραρχικά βέβαια – μιαν άλλη ζωή, απόμακρη και ξένη στην λαϊκή μας ρουτίνα, τόσο οικεία όμως στα “όνειρα της ημέρας” που κάνουν οι σπουδαγμένοι για κοινωνική άνοδο και οικονομική ανύψωση σ’ ένα βάθρο απολαύσεων, όπου ακόμα και τ’ αφύσικα συμπεριφέρονται φυσιολογικά, χωρίς να είναι, ή αυτονόητα, χωρίς να το δικαιούνται.

Ο πιο παθιασμένος, ο πιο τρελός έρωτας, που συχνά συναντά ο αναγνώστης στην δενδρώδη μεγέθυνση του βασικού μύθου, δεν είναι το μελιστάλαχτο ρομάντζο που συνήθως συντηρούν οι γυναίκες στο μυαλουδάκι τους, αλλά ένα ακόμα “δίπλωμα” του εκλεκτού του συστήματος, μια “επιστημονική διατριβή” του υποψήφιου εξουσιαστή, καταχωρημένη στο απόκρυφο βιογραφικό του θηλυκού που θριαμβεύει, συνάμα δε του ανερχόμενου στελέχους (ανεξαρτήτως φύλου) που κατακτά με άλματα και χωρίς εκπτώσεις την τραπεζική εκδοχή της παγκόσμιας εξουσίας.

Το αιώνιο παιγνίδι που διεξάγει ασυναγώνιστα η γυναίκα, εκεί που κάποτε γινόταν καρμικά για την επίτευξη ενός γάμου, με απώτερο σκοπό την διαιώνιση του είδους, τώρα γίνεται χρηστικά για την επίτευξη μιας ανόδου, με απώτερο σκοπό την αχαλίνωτη επικράτηση. Ο συγγραφέας καταγράφει το άλεκτο αυτό “θηλυκό imperium” χρησιμοποιώντας γοητευτικά πολύ απλά εργαλεία:

“… Γρήγορα αντιλήφθηκε την ακούσια υποχώρηση του άνδρα και την επακόλουθη επικράτηση του οικονομολόγου στις αντιδράσεις του καθηγητή της. Σε μελετημένες στιγμές τον αποσπούσε, είτε με μικρές αδιόρατες κινήσεις, είτε με χρωματισμούς στον τόνο της φωνής της, είτε με μικρές αλλαγές στην στάση της, που επέτρεπαν στο άρωμά της να αναδύεται πιο έντονα, αλλά διακριτικά. Αμέσως μετά τον επανέφερνε στον επιστημονικό του οίστρο, με νέες ερωτήσεις και παρατηρήσεις. Η χειραγώγηση του Μάριου Αναγνώστου είχε αρχίσει και σύντομα θα ολοκληρωνόταν”…

Από την συνάντηση με τον έρωτα της σελίδας 73 που λίγοι συγγραφείς μπορούν να καταγράψουν τόσο χαριτωμένα, μέχρι την συνάντηση με τον θάνατο της σελίδας 473 που λίγοι επίσης συγγραφείς μπορούν να τολμήσουν, ο αναγνώστης θ’ απολαύσει αμέτρητες διαδρομές σε μια ζωή που δε γνώρισε, ούτε θα ήθελε να γνωρίσει, θέλει όμως πολύ ν’ αποκωδικοποιήσει για να υψωθεί.

Στην πραγμάτωση του λογοτεχνικού σύμπαντος που με γήινο τρόπο υλοποιεί ο Μάκης Σέργιος καταγράφονται με ενάργεια οι ανείπωτες αλήθειες και μάλιστα με τρόπο που η επιστήμη αδυνατεί να συλλάβει, πολλώ δε μάλλον να μεταδώσει. Κι αυτό ακριβώς είναι που κάνει ένα λογοτεχνικό έργο σημαντικό.

Στους “αριβίστες” έχουμε ένα θεμελιακό αποτύπωμα του σύγχρονου κόσμου: Η Πολιτική δεν είναι πια η κυρίαρχη ιδιότητα της εξουσίας, αλλά ένα απλό επεισόδιο της Οικονομίας, ένα άλλοθι της Δημοκρατίας που δεν είναι πια Δημοκρατία. Βάλε τώρα ότι η κυρίαρχη πια Οικονομία, αυτή δηλαδή που άρπαξε πραξικοπηματικά την διοίκηση του κόσμου από την Πολιτική, αυτή η ανεξέλεγκτη πια υπερδύναμη που υπέταξε ακόμα και τις Υπερδυνάμεις και ασκεί την πραγματική εξουσία στον πλανήτη, δεν είναι αιρετή, αλλ’ ασύδοτη… Βάλε τι σημαίνει αυτό για το πολίτευμα, για τον πολιτισμό, για την καθημερινότητα του πολίτη… Ο αναγνώστης μπορεί να το σκεφτεί, να το αισθανθεί, αλλά και να τρομάξει από το αβυσσαλέο μέγεθος της αλλαγής που έγινε ήδη στην οικουμένη…

Το σύστημα εξουσίας, θεμελιωμένο στην Οικονομία, είναι ήδη παγκόσμιο, λειτουργεί χωρίς σύνορα, χωρίς φραγμούς. Στα μάτια του απλού πολίτη (και του αναγνώστη) με την πρώτη ματιά φαντάζει ακαταμάχητο, πανίσχυρο, κραταιό, που άλλο δεν έχει ο πολίτης να κάνει από το να υποταχθεί στην ισχύ του. Θα έλεγε κανείς ότι δεν έχει αντίπαλο. Και όμως! Έχει αντίπαλο τον… εαυτό του! Το παγκόσμιο σύστημα εξουσίας είναι τόσο ευάλωτο και τόσο εύθραυστο που μπορεί να το κάνει θρύψαλα ένα φύσημα του παγωμένου βοριά ή ένα ανθρώπινο χέρι που θα πατήσει από λάθος ένα κουμπί στον υπολογιστή! Το τάχα μου ανίκητο σύστημα που μας βασανίζει και φυσικά μας τρομάζει, ο δράκος του παραμυθιού που δεν αφήνει το λαό να πιει νερό από την πηγή, δεν είναι παρά ένα τζίνι που εξαερώνεται μ’ ένα κλικ! Είναι τόσο διάτρητο που μοιάζει με Ελβετικό τυρί, αλλά και τόσο κυνικό που αναγορεύει την ληστεία σε επιστήμη. Μόνο που η ληστεία εδώ δεν έχει να κάνει με τα γνωστά…. Οι αεριτζήδες είναι συνηθισμένα ανθρωπάκια με γνώση όμως της τεχνολογίας. Και δεν ληστεύουν τους έχοντες, ούτε τους κατέχοντες. Ληστεύουν τα ίδια τα κράτη! Ληστεύουν τις ίδιες της Υπερδυνάμεις που τους γέννησαν! Και δεν δίνουν δεκάρα για τις μαζικές τραγωδίες ολόκληρων λαών… Η ανθρώπινη μονάδα, ο καθένας από μας, είμαστε μπροστά τους ένα ξέμπαρκο μυρμήγκι στην πατούσα τους.

Ένα σύστημα παγκόσμιας διακυβέρνησης που, πάντως, δε νικιέται με το σπαθί, ούτε με το καλάσνικοφ, ούτε καν με τις μπόμπες στα θεμέλιά του, νικιέται όμως και κατατροπώνεται με τη γνώση. Όχι με τη γνώση των πολλών – αυτή δεν υπάρχει – φτάνει η γνώση του ενός, άντε να πεις… η γνώση μιας παρέας που οργανώνουν πεντέξι καλά φιλαράκια!

Αν κάποιος από το κοινό τρέφει ακόμα κάποιες συμπάθειες ή ανοχές για την θεραπαινίδα της θεάς Οικονομίας, την Πολιτική, οι “αριβίστες” του Μάκη Σέργιου το διαλύουν, επειδή διαθέτουν όλα τα λογικά επιχειρήματα για να εξανεμίσουν και τις συμπάθειες και τις ανοχές απέναντι σε κλόουν που παριστάνουν τον άρχοντα. Είναι απλό για να το καταλάβει ο έσχατος: Όποιος πολιτικός ή κρατικός αξιωματούχος δεν μπει στο παιγνίδι της οικονομικής ελίτ, δεν έχει καμία τύχη, μένει εκτός Πολιτικής, άρα ο ανοχύρωτος πολίτης δε μπορεί να περιμένει τίποτε από αυτήν.

Η παγκόσμια αυτή εξουσία αποτελείται από μικρές πυραμίδες στην κορυφή των οποίων είναι ένα πρόσωπο και όλες μαζί οι μικρές πυραμίδες αποτελούν μια μεγάλη, αυτή που συνιστά μιαν αυτόκλητη εξουσία, χωρίς ήθος και ηθική, αναίσθητη, ψυχρή σαν την κατάψυξη του Βορείου Πόλου. Μπορείς να την αναγνωρίσεις από την κρυάδα που αφήνει πίσω της η επαφή του σώματός σου με το φίδι. Ναι, εδώ μιλάμε για “το βασίλειο του φιδιού” που χρησιμοποιεί την Δημοκρατία (και την Πολιτική) ως ένα απλό επεισόδιο της κυριαρχίας του.

Ο Μάκης Σέργιος περιγράφει ένα σύστημα εξουσίας που ίπταται, είν’ ένα μέγεθος, ένας όγκος που δεν πατάει στη γη. Ο συγγραφέας αφήνει όμως έδαφος στον αναγνώστη για να πλάσει ο καθένας το δικό του μυθιστόρημα και να το κινήσει κατά βούληση γύρω από την σαφή εκτίμηση ότι το αεροπλάνο του κόσμου ίπταται μεν, δεν έχει κινητήρα δε…

Το κείμενο του Μάκη Σέργιου – ραφιναρισμένο με αβίαστο λεπτό χιούμορ, τις περισσότερς φορές αδιόρατο – έχει την εγγενή δυνατότητα να ξεπερνάει τη μυθοπλασία και ν’ αφήνει στον αναγνώστη μια σταθερή αίσθηση αληθοφάνειας. Αυτό το σπάνιο για μυθιστορήματα στοιχείο της γραφής απογειώνει τον αναγνώστη, χωρίς να θίγει καθόλου την προσγείωση που αυτός χρειάζεται για να κρατάει “τα μυαλά στο κεφάλι του”. Νομίζω ότι αυτό είναι μέγα συγγραφικό επίτευγμα.

Ελληνικές λέξεις που έχουν απωθηθεί από το σύγχρονο νεοελληνικό λεξιλόγιο, επανέρχονται ως ενθυμήσεις στο σώμα του μυθιστορήματος και απελευθερώνουν στον αναγνώστη φυλακισμένη ενέργεια. Φευγαλέες αλλά τόσο απολαυστικές μικρολυτρώσεις για ν’ απολαμβάνει ο αναγνώστης στο περιθώριο της βασικής ιστορίας που εξελίσσεται. Μπορεί να είναι διάσπαρτα κελαηδήματα του κειμένου, συγκροτούν όμως στο τέλος ένα στέρεο, κραταιό και ακμάζον σύστημα λέξεων, χωρίς στερεοτυπίες, που αναδεικνύει το εύρος αλλά και την στιλπνότητα των εκφραστικών εργαλείων. Συγγραφική αρετή που είναι αδύνατο να κατακτηθεί χωρίς την κειμενογραφική προπαίδεια – κι αυτό σημαίνει μακρόχρονη εργασία – εκφρασμένη εδώ και αναβλύζουσα παρέα με την δημοσιογραφική θητεία του συγγραφέα. Αυτή είναι που δίνει την θαυμαστή ακρίβεια, όχι μόνο των λέξεων, αλλά και των εννοιών.

Στην αρθρογραφία μου για θέματα του γραπτού λόγου – εδώ και τρεις δεκαετίες – χρησιμοποιώ έναν όρο: “Συγγραφική Δημοσιογραφία”. Κι έναν ορισμό: “Συγγραφική είναι η ανώτερη μορφή της δημοσιογραφίας”. Ε, ο Μάκης Σέργιος με τους “αριβίστες” επιβεβαίωσε και τον όρο και τον ορισμό.

Τα “λογικά λάθη” που συχνά ανακαλύπτει ο βιβλιοφάγος στην εννοιολογική ανάπτυξη της μυθοπλασίας, εδώ απουσιάζουν εξ ολοκλήρου, σε βαθμό που ο αναγνώστης καταλαμβάνεται από μια μυθική πληρότητα. Και είναι αυτή η πιο μεγάλη ευχαρίστηση γι’ αυτόν να ολοκληρώσει την ανάγνωση του βιβλίου χωρίς “τσιμπήματα κουνουπιών”.

Η αφαιρετική αρχιτεκτονική του μυθιστορήματος – διάχυτη ακόμα και σε επιμέρους σκηνές – μοιάζει με ένα δομημένο οικοδομικό τετράγωνο που δεν του λείπουν οι κήποι και οι αλέες, αφού πολεοδομήθηκε ολόκληρο στο κεφάλι του συγγραφέα πριν την υλοποίηση του συγγραφικού ονείρου. Όπως ένας θεός χτίζει τον κόσμο του, ο Σέργιος χτίζει την ιστορία του, συγγραφική αρετή που προσδίδει αρχετυπικό χαρακτήρα σ’ έναν υπερσύγχρονο μύθο. Παρ’ όλ’ αυτά, ο αναγνώστης που λάτρεψε κάποτε συγγραφείς του προηγούμενου αιώνα, θα συνειδητοποιήσει την απόσταση που χωρίζει τις συγγραφικές γενιές. Η παλιά συγγραφική γενιά είχε στο γράψιμό της κάτι το εθνικό, κάτι το – χωρικά – τοπικό… Η σύγχρονη συγγραφική γενιά, από την οποία δεν αφίσταται ο Σέργιος, σε πλήρη διάσταση με τους παλιούς, υλοποιεί την παγκοσμιοποίηση της λογοτεχνίας, δημιουργώντας χαρακτήρες που έχουν την ίδια λογική και την ίδια συμπεριφορά, σε όποια εθνικότητα και αν ανήκουν, σε οποιοδήποτε μέρος της γης και αν δρουν. Ποτέ ξανά δεν είχαμε τέτοια Σχολή Γραφής στο λογοτεχνικό παρελθόν μας. Η λογοτεχνική παγκοσμιοποίηση είναι εδώ, όσο ακριβώς και η παγκοσμιοποίηση της Οικονομίας! Αυτό το βρίσκω εκπληκτικό…

Και, μετά, είναι το κτήνος. Που άμα το ξυπνήσεις, θα σε καταπιεί. Εμείς το ξυπνήσαμε. Κι αφού το ξυπνήσαμε, μας καταπίνει τον ένα μετά τον άλλο. Αλλά το τέλος του κτήνους δεν θυμίζει σε τίποτα τον θρίαμβο του νικητή, αντιθέτως, έχει σχέση με το χειρότερο που μπορεί να συμβεί στον ηττημένο. Κατά κάποιο τρόπο, τα εκατομμύρια θύματα του κτήνους είναι οι πρίγκιπες της άλλης εποχής, αυτής που θ’ ακολουθήσει…

Ανθολογώ από την εξαιρετική κριτική του δημοσιογράφου και κριτικού βιβλίου (τον θυμόμαστε όλοι από την “Ελευθεροτυπία”) Βασίλη Καλαμαρά :

“… Το μυθιστόρημα βουτηγμένο στο μαύρο αίμα της σημερινής κρίσης, καθώς γραφόταν, δεν κατονομάζει το σήμερα, αλλά το επιστρέφει με μία κίνηση ματ στο παρελθόν, οπότε βλέπουμε με μάτι χειρούργου την παθολογία του νεοέλληνα πολίτη, ευκολόπιστου, σκυμμένου πάνω στο ιδρωμένο σώμα της ψευδεπίγραφης επένδυσης…”

Και ένα ακόμη απόσπασμα από την κριτική του Καλαμαρά:

“… Η σύμπλεξη των ιστοριών γίνεται αβίαστα, καθώς δεν εγγράφεται στην αφήγηση το κόψιμο και το ράψιμο, λες και η κάθε ιστορία είναι προδιαγεγραμμένη να συναντήσει το άλλο της μισό ή ό,τι τελοσπάντων απουσιάζει, ώστε να ξετυλιχθεί ένα υφαντό, στο οποίο η ματαιοδοξία πλεονάζει έναντι του μάταιου της ύπαρξης…”

Τελειώνοντας αυτό το βιβλίο που σου αφήνει την αίσθηση της σπάνιας αναγνωστικής απόλαυσης, αντιλαμβάνεσαι το κενό ουσίας που κατακλύζει τον κόσμο κι εσύ δεν είσαι μέσα σ’ αυτόν παρά ένα πούπουλο που το κινεί ο αέρας… Ότι ο Μάκης Σέργιος έγραψε ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, δεν τον καθιστά συγγραφέα. Το στοιχείο που τον καταχωρεί ως συγγραφέα στο λογοτεχνικό στερέωμα, είναι ότι έγραψε ένα βιβλίο πολύ καλύτερο από κείνο που είχε αρχικά στο μυαλό του. Πρόκειται για τη μαγεία που διαθέτουν μόνο τα γνήσια ταλέντα της Συγγραφικής Τέχνης.

Έχω κατασκευάσει προ πολλού ένα λογοτεχνικό παράσημο που το λέω “Παράσημο των Κουρήτων της Αιτωλικής Τραπέζης”. Το απονέμω στον συγγραφέα που προσφέρει με το έργο του “αναγνωστικές απολαύσεις”. Ο τελευταίος συγγραφέας, στον οποίο θα το απονείμω κάποτε, θα είναι ο εαυτός μου. Ο πρώτος συγγραφέας, στον οποίο – δια λόγου – το απονέμω σήμερα, είναι ο Μάκης Σέργιος.

Μοιράσου το!

Scroll to Top