Ο τελευταίος παγκόσμιος πόλεμος

Η Γη βιώνει την σοβαρότερη ως τώρα μεταβατική περίοδο του πολιτισμού της: Η αναφορά της συνείδησης στον Θεό, που κράτησε αιώνες, μετατρέπεται σε αναφορά της συνείδησης στον άνθρωπο. Αντί ο λαός να περιμένει μεταθανάτια δικαιοσύνη από το Νόμο του Θεού, την απαιτεί εν ζωή πλέον από το Νόμο του ανθρώπου.

Για να το πούμε κάπως παραστατικά, είναι σα να γύρισε ο ουρανός ανάποδα.

Μια μετάβαση που δεν γίνεται βελούδινα. Μπορείς να πεις ότι γίνεται άγρια, βίαιη δε σε πολλές περιπτώσεις, αν όχι αιματηρή. Ωστόσο το αίμα – ιστορικά μιλώντας – δεν έχει πρωτεύουσα σημασία, διότι έτσι γίνεται πάντα με τα μεγάλα γεγονότα, ακόμα και η βία “γεννά δίκαιο”, θέλω να πω: η τεχνολογία ανθίζει πάντα μετά από έναν πόλεμο, κατά κανόνα αιματηρό.

Μιλάμε για τη “μεγάλη στροφή” του γήινου πολιτισμού, όπως στην γενική του αναφορά τον εννοούμε ως ανθρώπινο. Στροφή που μπορεί να σημαίνει πάντως κάτι άλλο, προβλέψιμο μεν από τους προφήτες, απρόβλεπτο δε από τους ορθολογιστές.

Βλέπουμε καθαρά πως η κοσμοϊστορική στροφή του καιρού μας αφορά δύο κατευθύνσεις: Από τη μια ο άνθρωπος – αγέλη, από την άλλη, ο άνθρωπος – άτομο.

Η αγέλη συμπτύσσεται. Το άτομο αποδρά, διαχωρίζει τη θέση του, μένει αμέτοχο ή κλείνεται στο καβούκι του. Για καλό ή για κακό, είναι θέμα της επόμενης διαλογής. Στην αφετηρία του όμως είναι διπολισμός. Μόνο που στον ένα πόλο συντάσσονται δισεκατομμύρια ανθρώπων, στον άλλο κάποια “ψίχουλα” της παγκόσμιας Κοινότητας, κάποιες εκατοντάδες χιλιάδες, ένας πολύ μικρός αριθμός, ένας εδώ, άλλος εκεί, διακριτοί από κάποια μεμονωμένα επεισόδια που φτάνουν στην επικαιρότητα ως παράδοξα.

Πρόκειται μάλλον για τη νέα “μάχη των Θερμοπυλών” ανάμεσα στα μιλιούνια του Ξέρξη (οι μεν) και στους “300” του Λεωνίδα (τους δε). Φαίνεται πάντως ότι αυτή τη φορά η Ιστορία δεν θα ξεχάσει τους “700 Θεσπιείς” του Δημοφίλου. Θα τους θυμηθεί, επειδή πρέπει να καταγραφεί ακόμα και η τελευταία μονάδα. Η μετάβαση για την οποία μιλάμε, γίνεται με μαθηματική ακρίβεια, δε χωράνε γενικότητες.

Να το πούμε κι αλλιώς: Στον καιρό μας διαχωρίζεται το τουβλάκι από τον όγκο του Ρωμαϊκού Κολοσσαίου, το άτομο από την αγέλη, διαχωρίζεται, ας πούμε, η ατομική συνείδηση από την συλλογική. Όχι από την συλλογική, λάθος, τη μαζική να λες, την αγελαία καλύτερα.

Η μεν αγέλη στην εξέδρα – θεατής πάντα των γεγονότων, όσο και να ωρύεται – ετοιμάζεται για να υποδεχτεί δουλικά έναν αυτοκράτορα – θεό στο σβέρκο της, τον χαιρετά με την ιαχή “χαίρε Καίσαρ”.

Όμως έξω από το Κολοσσαίο, το άτομο ετοιμάζεται για να υποδεχτεί την Ελευθερία της συνείδησής του.

Αλλά το άτομο, ακόμα κι αν αρνήθηκε ή απέφυγε ν’ ανέβει στην εξέδρα και να γίνει θεατής αγριοτήτων, χαμένο μέσα στη μάζα επί αιώνες, κόκκος χρυσού θαμμένος στην στοίβα της κοπριάς, ξέχασε τις θεϊκές ιδιότητες της ατομικότητάς του, θύμα της λήθης, δυσκολεύεται να κατανοήσει τα συμ&