Μπροστά στο αδιέξοδο

Αν η ζωή τα είχε φέρει αλλιώς και είχα γίνει πολιτικός, εδώ και καιρό θα είχα παραιτηθεί, ακόμα κι αν είχα φτάσει στο ύπατο αξίωμα.

Αυτή η απαξία της πολιτικής Τέχνης και του δημοσίου διαλόγου είναι ό,τι πιο απαίσιο θυμάμαι σε όλη μου τη ζωή.

Δεν τα έφερε αλλιώς η ζωή και είμαι αυτό που είμαι: Πολίτης. Από την ιδιότητα του πολίτη όμως δε γίνεται να παραιτηθώ.

Να μην παραιτηθώ, εντάξει… πρέπει όμως να ξέρω τι κάνω και γιατί. Δε γίνεται ν’ αφεθώ άπραγος στο τουρλομπούκι…

Το πρώτο που μου έρχεται στο μυαλό, είναι ότι κανένα από τα διαθέσιμα κόμματα δεν με εκφράζει. Απ’ όσα κόμματα έχω παρακολουθήσει, όλα δηλαδή, έβγαλα συμπέρασμα ότι εκφράζουν άλλους, όχι όμως εμένα. Η δε διαπίστωση δεν έχει να κάνει με τις ιδέες, ούτε τις κοσμοθεωρίες που διαφέρουν ή εχθρεύονται μεταξύ τους, αλλά, ευθέως, με την αισθητική. Η οποία περιλαμβάνει έννοιες πολύ βασικές για την ισορροπία του ατόμου, αλλά και της κοινωνίας, όπως, για παράδειγμα, η ανοχή του διπλανού, η αναγνώριση της ελευθερίας του στη σκέψη και την πράξη, αλλά και η φραγή σε σκέψεις, λόγους και πράξεις που βλάπτουν άλλους. Το όριο, για να το κάνω λιανά. Ή το μέτρο, που έλεγαν οι αρχαίοι.

Τέτοια πράγματα, απλά πράγματα, πολύ απλά.

Δε μιλώ για φιλοσοφίες απρόσιτες στον ανθρωπάκο της διπλανής πόρτας, ούτε για τις μεγάλες ιδέες των διανοουμένων. Έπαψε να με συγκινεί εκείνο το παλιό και ωραίο νεανικό μας όραμα ν’ αλλάξουμε τον κόσμο…

Ποιον κόσμο ν’ αλλάξουμε, ν’ αλλάξω δηλαδή; Κοίτα τον: Αυτός ο κόσμος αλλάζει μοναχός του. Ξύπνησα ένα πρωί, κοίταξα γύρω μου και είδα ότι ο κόσμος σήμερα δεν είχε καμία σχέση με τον ίδιο κόσμο χθες…

Το έφερα από δω, το έφερα από κει, αντιλήφθηκα το στοιχειώδες, ότι: Δε χρειάζεται ν’ αλλάξω εγώ τον κόσμο, ούτε να τον συντηρήσω.

Αυτόματα κατέρρευσαν όλα τα μεγάλα όνειρα που έθρεφαν επί δεκαετίες την πολιτική μου κοσμοθεωρία, εξειδικευόταν δε ακόμα και στην ψήφο μου.

Μετά από κάποιες, πολλές δηλαδή αγρυπνίες, έφτασα στο ασφαλές συμπέρασμα ότι: Το καλύτερο που έχω να κάνω είναι να μην αλλάξω τον κόσμο, ούτε να τον συντηρήσω, αλλά να τον αφήσω να κάνει ό,τι θέλει, να πάει όπου πάει.

Αυτόματα πάλι, εξοριζόμουν – θέλω να πω: αυτοεξοριζόμουν – από κάθε Κοινότητα που ένιωθα οικεία μέχρι τότε: Πρώτα από την Κοινότητα των συντρόφων, ύστερα από την Κοινότητα των διανοουμένων, μην πω και για την Κοινότητα των χωριανών μου, οπωσδήποτε όμως θα πω – δε γίνεται να μην πω – ότι, πρώτη φορά, ένιωσα εξόριστος από την Κοινότητα των φίλων, παλιών και νέων.

Δεν άργησα να καταλάβω ότι… είχα πρόβλημα. Πολύμορφο, πολύτροπο, εν τέλει δε, πολύπλοκο και μάλλον άλυτο πρόβλημα.

Αυτόματα, πάλι, γεννήθηκε το ερώτημα που έθεσα στην αρχή: Αφού δεν έγινα πολιτικός για να παραιτηθώ (και με την παραίτησή μου να εξαγνιστώ) τι κάνω άραγε ως πολίτης που δε γίνεται – κι εδώ που τα λέμε – οφείλω να μην παραιτηθώ;

Το πρώτο που έκανα, Φίλιππε, είναι να ψηφίζω ανελιπώς, κάθε φορά όμως άλλο κόμμα, όποιο από τα πολλά στην συγκεκριμένη συγκυρία κατεβαίνει στις εκλογές. Δεν ακούγεται πολύ καλό αυτό που κάνω, αλλά, νομίζω, είναι το καλύτερο.

Και ψηφίζω το εν λόγω κόμμα, όχι γιατί εγκρίνω το πολιτικό του πρόγραμμα, ούτε γιατί μ’ αρέσει ο ηγέτης του (όχι δεν έχω τέτοια κριτήρια εγώ) το ψηφίζω γιατί θέλω ν’ αποτρέψω τα χειρότερα, εκείνα που θα φέρουν στη χώρα οι άλλοι.

Κι αυτό που κάνω, μου φαίνεται καλό.

Το δεύτερο που κάνω, είναι να ψάχνω αδιάκοπα ένα κόμμα, ένα ανάμεσα στα πολλά, στο οποίο θα μπορούσα να συμμετέχω, να ενταχθώ και να εργαστώ συλλογικά για το καλό του κοινωνικού συνόλου. Όμως εδώ είναι πολύ πιο δύσκολα τα πράματα: Βρίσκω, αλλά δε με θέλει κανένα. Γιατί κανένα δεν με θεωρεί δικό του. Κι όταν τα κόμματα λένε ότι “αυτός δεν είναι δικός μας”, εννοούν ότι: Δεν υπακούει στη γραμμή που δίνει ο αρχηγός.

Όχι, πουλάκια μου, εγώ ακούω, αλλά δεν υπακούω. Αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο.

Μένω λοιπόν στην απόξω, μένω στα ίδια. Κι άλλο δε μπορώ να κάνω, εκτός από το να περιμένω το άλλο κόμμα, το κόμμα ή την πολιτική δύναμη που θα με συγκινήσει, θα με καλέσει να γίνω κύτταρό του ή κύτταρό της που, για μένα, σημαίνει να μιλώ ελεύθερα, να σκέπτομαι, να στοχάζομαι, να αισθάνομαι, χωρίς να με κοιτάει κανείς με μισό μάτι…

Ξέρω. Θα περιμένω πολύ. Αλλά είναι καλύτερο, νομίζω, από τούτο το σκατόπραμα που βιώνουμε κάθε μέρα και δεν ξέρεις από πού θα σού ’ρθει η λάσπη. Δεν “κομίζω γλαύκα εις Αθήνας” αν πω ότι, ακόμα και το άριστο να πεις, ακόμα και το άριστο να κάνεις, δεν θα γλιτώσεις από τις κουραδιές που ίπτανται γύρω από το κεφάλι σου…

Γράψε ένα σχόλιο...

Κύλιση στην κορυφή