Μια είδηση από την Αφρική

{…Δημοσίευση στο fb, Κυριακή, 19 Απριλίου 2020…}

Η ΕΙΔΗΣΗ:

Τα πιο φτωχά κράτη, ακριβώς επειδή είναι φτωχά, δεν διαθέτουν τους απαραίτητους μηχανισμούς ώστε να ενημερώσουν επαρκώς και με την απαιτούμενη ταχύτητα τους πολίτες τους. Οι πολίτες δεν διαθέτουν την παιδεία και την πειθαρχία, ενώ και οι μηχανισμοί επιβολής των εκάστοτε κυβερνητικών αποφάσεων εύκολα παρεκτρέπεται στη βία. Στην Κένυα οι αστυνομικοί δολοφόνησαν ένα 13χρονο παιδί επειδή βγήκε στο μπαλκόνι του σπιτιού του. Οι ξυλοδαρμοί είναι κάτι σύνηθες σε όσους παραβαίνουν τη διαταγή του lockdown. Ακτιβιστές υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αναφέρουν ότι στη Νιγηρία έχουν σκοτωθεί τουλάχιστον 18 άτομα, θύματα της υπερβολικής προθυμίας της τοπικής αστυνομίας να περιφρουρήσει την καραντίνα.

ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ:

Στην Ελλάδα μπορείς να διατάξεις εγκλεισμό στο σπίτι. Στην Κένυα τι να διατάξεις; Εγκλεισμό στην καλύβα;

Μη βλέπουμε τον κόσμο μέσ’ από τα δικά μας στερεότυπα.

Η Ελλάδα του 1950 δεν διέφερε από τις χώρες της Αφρικής του 2020.

Στην δεκαετία του ‘90 πήγα σε μια έκθεση χειροποίητων παιγνιδιών που είχαν φτιάξει παιδιά από την Αφρική. Έμεινα εκστατικός να κοιτάω τα ίδια παιγνίδια που είχαμε ως παιδιά εμείς, στην Ελλάδα, στην δεκαετία του ‘60… Φτιάχναμε τα ίδια καροτσίνια, τα ίδια πατίνια! Με τα ίδια πρωτόγονα υλικά: Σύρματα, κουβαρίστρες, σάπια σανίδια και κουρέλια.

Η φτώχεια είναι παντού ίδια.

Ότι εμείς ξεφύγαμε από αυτήν, δεν το εκτιμήσαμε ποτέ. Το αντίθετο μάλιστα. Όσο πιο πολύ φεύγουμε από την φτώχεια, τόσο πιο γκρινιάρηδες και δυστυχισμένοι γινόμαστε.

Λόγω ηλικίας μπορώ να συγκρίνω τις δύο εποχές, αυτήν της δεκαετίας 1950 – 1960 και τούτη, 2010 – 2020.

Θέλεις να σου πω τι βλέπω;

Ότι γίναμε πλούσιοι βλέπω. Κι αντί να είμαστε ευγνώμονες στους εαυτούς μας που καταφέραμε να βγούμε από την φτώχεια (που ακόμα σήμερα μαστίζει την Αφρική) είμαστε μίζεροι, πικρόχολοι, χλιμίντζουρες όπως λέει κι ένας φίλος μου.

Ελπίζω να μην το θεωρήσετε προσωπικό αν γράψω λίγες λέξεις πώς ήταν τότε που ήμουν παιδί…

Γεννήθηκα και μεγάλωσα σ’ ένα καλύβι. Μια εξαμελής οικογένεια σ’ ένα “σπίτι” 3χ3 = 9 τ.μ. όλο κι όλο. Μια πόρτα κι ένα παράθυρο. Μέσα υπήρχε μόνο το τζάκι, μια λάμπα πετρελαίου πάνω στο τζάκι για φως, μια “πιατοθήκη” (πέντ’ έξι δηλαδή σανίδες κρεμασμένες στον τοίχο) ένα εικόνισμα με το καντήλι του στην ανατολική γωνία ψηλά, κι ένα σανιδένιο κρεβάτι με καβαλέτα, πλάτους ενός μέτρου για τους γονείς.

Ούτε λόγος για καρέκλα ή τραπέζι. Τα παιδιά κοιμόμασταν το ένα δίπλα στο άλλο σειρά στο πάτωμα. Και, φυσικά, τρώγαμε “στρωματσάδα”, σταυροπόδι…

Όταν λέμε “πάτωμα” μη φανταστείς… Χωμάτινο ήταν. Το αλείβαμε κάθε τόσο με άσπρο χώμα, ανακατεμένο με σβουνιές αγελάδας για να γίνεται κάτι σαν τσιμέντο. Δεν υπήρχε φυσικά ταβάνι. Απ’ τα μαδέρια κρεμάγαμε διάφορα χρήσιμα πράγματα, κρεμμύδια ας πούμε, σκόρδα και λουκάνικα τα χριστούγεννα.

Αυτό ήταν το “σπίτι” των μαθητικών μου χρόνων. Να μη σας πω για την “τουαλέτα” πέρα στο χωράφι…Να μη σας πω για το νερό που το κουβαλάγαμε από τον “Αμπλα” με την ποτίστρα.

Αλλ’ αυτό είναι η μία πλευρά.

Η άλλη λέει το εξής:

Δεν υπήρχε μισθός ή επίδομα για κανέναν. Δεν υπήρχε σύνταξη για κανέναν επίσης. Δεν υπήρχε περίθαλψη. Το μεροκάματο ήταν σπάνιο. Δεν υπήρχε οκτάωρο. Να δουλεύεις τσαπί όλη μέρα, “ήλιο με ήλιο”. Θυμάμαι τη μάνα μου να σκάβει περιβόλια από την Ανατολή του ήλιου μέχρι τη Δύση για 25 δραχμές μεροκάματο.

Μη με παρεξηγείτε… Δεν κάνω επίδειξη της φτώχειας μου. Το λέω γιατί… εκεί φτάσαμε! Να θεωρείται επίδειξη πλούτου η περιγραφή της φτώχειας σου.

Βάλε ‘μένα τώρα να παρακολουθώ ετούτη τη γενιά που θεωρεί δικαίωμά της την έξοδο στο μπαρ, τις διακοπές στη Σαντορίνη, τον καλό μισθό, κι όλα τ’ άλλα να μην αραδιάζω πράγματα που ξέρει ο καθένας.

Συγκρίνω όμως την καρτερία εκείνων των ανθρώπων και την αυθάδεια ετούτων.

Βλέπω να μου σηκώνουν το δάχτυλο κάτι μοσχοαναθρεμμένα βουτυρόπαιδα, να με λοιδορούν ως “γενιά του Πολυτεχνείου” που εγκλημάτησε κι ευθύνεται τάχα για τα “δεινά” τους και δεν ξέρω… αν πρέπει να θυμώσω μαζί τους ή να καγχάσω με τον εαυτό μου. Που ό,τι έκαμα, το έκαμα από το μηδέν. Τι λέω; Από το πλην. Δικό μου παντελόνι φόρεσα στα 15 μου. Τα μικρότερα παιδιά βολευόμασταν με τ’ αποφόρια των μεγαλύτερων παιδιών της γειτονιάς.

Θα μπορούσα να γράψω ολόκληρο βιβλίο με αυτά.

Τα έγραψα εδώ γιατί μου τα σήκωσε μέσα μου η είδηση από την Αφρική. Από την Αφρική της δικής μου εφηβείας.

Γιατί βλέπω γύρω μου να μιλούν όπως μιλούν, να γράφουν όπως γράφουν, και ξέρω ότι δεν ξέρουν τίποτα, νομίζουν όμως ότι τα ξέρουν όλα.

Κι επειδή ο κορωνοϊός μας έδειξε ότι η ανθρωπότητα υπάγεται στους ίδιους κανόνες, είτε είσαι Ευρωπαίος, είτε Αφρικανός, σκέπτομαι ότι εκείνα που πέρασαν, μπορεί να ξανάρθουν κι εκείνα που είναι αλλού, μπορεί να έρθουν εδώ.

Εσύ, πατριώτη, που αμολάς τη γλώσσα σου και λαλάς ό,τι σου κατέβει, σα να έχεις όλα τα δίκια με το μέρος σου και οι άλλοι σα να έχουν όλο το άδικο με το μέρος τους, στοχάσου μια στιγμή… Κατέβασε το μπαϊράκι, χαμήλωσε το σπαθί, άκου τι έγινε κάποτε, άκου τι γίνεται αλλού…

Δεν είσαι κάλεσιος.

Κι αν δεν ξέρεις τι σημαίνει “κάλεσιος”, ρώτα να μάθεις.

Πρέπει να ιδρώσεις κι εσύ λιγουλάκι…

Μην τα θέλεις όλα έτοιμα. Δεν σου τα χρωστάει κανείς…

Μοιράσου το!

Γράψε ένα σχόλιο...

Scroll to Top