Φασολάδα στο λιοστάσι

Μια φορά, τα δυο αγόρια του Ιάσονα, ο Γιώργος κι ο Κώστας, θα πήγαιναν με τη μαμά τους στη γιαγιά.

Οι βροχές είχαν σταματήσει, το χώμα είχε στεγνώσει, το κρύο είχε μαλακώσει, θα έκανε καλό καιρό, άρα μπορούσαν την άλλη μέρα να μαζέψουν ελιές. Θα μαζευόταν η οικογένεια όλη για να βοηθήσει.

Πριν φύγουν, ο Ιάσων ρώτησε τη γυναίκα του τι φαγητό θα πάρουν μαζί τους στο λιοστάσι για να φάνε το μεσημέρι.

“Δεν ξέρω… θα το κανονίσει η γιαγιά”, είπε εκείνη. “Συνήθως μαγειρεύει κρέας για τους εργάτες”.

“Μπορείς να της ζητήσεις κάτι, σε παρακαλώ;”, είπε ο Ιάσων.

“Πες μου”.

“Να μαγειρέψει φασολάδα. Θέλω να φάνε τα παιδιά φασολάδα σταυροπόδι στο λιοστάσι. Με τη λιακάδα”.

Έτσι έκαμε.

Η γιαγιά μαγείρεψε φασολάδα για να φάνε τα εγγόνια της το μεσημέρι στο λιοστάσι, σταυροπόδι, με τη λιακάδα.

Ξεκίνησαν το πρωί, έστρωσαν τα πανιά, οι τιναχτήδες ανέβηκαν στα δέντρα. Τα παιδιά μάζευαν όσες ελιές έφευγαν έξω από τα στρωμένα πανιά.

Όταν ήρθε το μεσημέρι, πεινούσαν σα λύκοι.

Κατέβηκαν οι τιναχτήδες κι έκατσαν όλοι σταυροπόδι για να φάνε στο κατηφορικό χωράφι.

Αλλά τα παιδιά δε μπορούσαν να ισιώσουν το γεμάτο πιάτο τους, η φασολάδα κινδύνευε να χυθεί.

Ένας τιναχτής έδειξε στα παιδιά πώς να ισιώσουν τα πιάτα τους:

“Βάλτε μια πετρούλα στη μεριά που γέρνει το πιάτο”, τους είπε.

Το έκαμαν, είδαν όμως ότι δεν έκαναν όλες οι πετρούλες γι’ αυτή τη δουλειά, έπρεπε να βρουν την κατάλληλη. Ξαμολήθηκαν γύρω, έψαξαν, έψαξαν, δοκίμασαν τη μία, δοκίμασαν την άλλη, δεν ήταν τόσο εύκολο όσο ακούγεται. Κάποια στιγμή βρήκαν την πετρούλα που χρειάζονταν, έπρεπε όμως τώρα να τρώνε σαν τα πουλάκια, πολύ απαλά, να βυθίζουν το κουτάλι στην φασολάδα χωρίς ν’ αγγίζουν το πιάτο, για να μη χαλάσουν την ισορροπία.

“Αμα χύσετε τη φασολάδα σας, θα μείνετε νηστικοί μέχρι το βράδυ που θα γυρίσουμε στο σπίτι”, τους είπε αυστηρά η γιαγιά. Κι έσπασε με τα χέρια της ένα κρεμμύδι, τους έδωσε από λίγο και πρόσθεσε:

“Φασολάδα χωρίς λίγο κρεμμύδι, δεν έχει νοστιμιά”.

Από κείνη τη μέρα στο λιοστάσι που έφαγαν φασολάδα σταυροπόδι, στη λιακάδα, πέρασαν τριάντα χρόνια. Ο Γιώργος ζούσε πια στην Αθήνα και είχε γίνει μπαμπάς. Το κοριτσάκι του, η Λυδία, ήταν ήδη δυόμισι ετών, όταν η αγαπημένη γιαγιά του πέθανε.

Ο Γιώργος δε μπόρεσε να πάει ούτε στην κηδεία της. Και ήταν απέραντα λυπημένος γι’ αυτό.

Περνούσαν οι μέρες και δεν το συγχωρούσε στον εαυτό του, κρυβόταν κι έκλαιγε κρυφά για να μην τον βλέπει το παιδί…

Μια μέρα όμως η μαμά της Λυδίας είχε μαγειρέψει φασολάδα. Κι όπως άρχισαν να τρώνε όλοι στο τραπέζι, ο Γιώργος θυμήθηκε την φασολάδα που είχε φτιάξει η γιαγιά του κι έφαγαν σταυροπόδι στο λιοστάσι, τότε που μάζευαν ελιές με τη λιακάδα στο χωριό.

Η θύμηση της γιαγιάς που δε μπόρεσε να δει για μια τελευταία φορά, να την αποχαιρετήσει, του έφερε ξαφνικό κλάμα που δε μπόρεσε να συγκρατήσει.

“Γιατί γελάει ο μπαμπάς;”, ρώτησε η Λυδία τη μαμά της.

“Δε γελάει. Κλαίει. Είναι στενοχωρημένος”, είπε εκείνη.

“Γιατί κλαίει”;

“Γιατί έχασε τη γιαγιά του”.

Η Λυδία στράφηκε τότε στον μπαμπά της και τον ρωτάει:

“Μπαμπά, &p