Το μαγικό χτενάκι

“Το μαγικό χτενάκι” είναι μία παραμυθική νουβέλα για μαμάδες και μπαμπάδες που δοκιμάζουν πρώτα στο δικό τους στόμα τη μπουκιά που θα δώσουν με το κουταλάκι στο παιδί τους.

Ένα βιβλίο που δεν βασίζεται στο εικονογραφημένο κείμενο, καθώς συμβαίνει συνήθως με τα παραμύθια. Υπηρετεί την αντίληψη ότι τα παραμύθια δεν είναι μόνο για τα παιδιά, αλλά για όλους, απευθύνεται δηλαδή σε κάθε αναγνώστη που δεν χρειάζεται υποστηρικτικές εικόνες για να κατανοήσει το γραπτό κείμενο, ξέρει ανάγνωση και φτάνει αυτό.

“Το μαγικό χτενάκι” θεμελιώνεται πάνω σε ένα αρχαίο Αιτωλικό παραμύθι. Πρόκειται για μεταφορά μιας αρχετυπικής ιστορίας από τον βουκολικό στον αστικό αφηγηματικό κώδικα.

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Λίγες λέξεις για “το μαγικό χτενάκι”

Η Ωραία Κοιμωμένη” είναι κλασικό παραμύθι που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1697 από τον Σαρλ Περό. Οι Αδελφοί Γκριμ το αναδημοσίευσαν αργότερα με άλλον τίτλο. Και οι δύο εκδοχές όμως ήταν διασκευές παλιότερου παραμυθιού που είχε γραφεί ανάμεσα στο 1330 και το 1344. Ήταν μια φανταστική ιστορία της Μεγάλης Βρετανίας, την οποία υποτίθεται είχε κατακτήσει ο… Μέγας Αλέξανδρος, προτού φύγει για τη Βαβυλώνα.

Ο πυρήνας του παραμυθιού με τίτλο “το μαγικό χτενάκι”, θα μπορούσε ίσως να θυμίσει κάτι από το Γοτθικό εκείνο παραμύθι που διασκεύασαν ο Περό και, αργότερα, οι Αδελφοί Γκριμ. Η αλήθεια όμως είναι άλλη:Το μαγικό χτενάκι” είναι αρχαίο Αιτωλικό παραμύθι. Το είχα ακούσει πρώτη φορά τέλη της δεκαετίας του ’50 από έναν μεγάλο παραμυθά, τον παππούλη μου Ανδρέα Παπασπύρου, στη Μυρτιά της Αιτωλίας. Το έλεγε με τον τίτλο “οι δώδεκα μήνες”.

Μετά το θάνατό του το 1959, συνέχισε να το λέει η βάβα μου Ελένη. Με τον τίτλο “η λειτουργιά”.

Οι δύο τίτλοι του ίδιου παραμυθιού ήταν ενδεικτικοί της αντρικής και της γυναικείας ματιάς αντίστοιχα, ένδειξη επίσης της ελευθερίας που είχε ο κάθε παραμυθάς, η κάθε παραμυθού κάθε γενιάς, να λέει το ίδιο παραμύθι με δικά του λόγια, με τη δική του αφηγηματική σφραγίδα κάθε φορά.

Πρώτη καταγραφή του παραμυθιού έκαμα τον Αύγουστο του 1995 στο τ. 43 του “αραμπά”, υπό τον τίτλο “η λειτουργιά”.

Τα “παραμύθια χωρία ηλικία”

Ο Χρόνος μετριέται με τις ημέρες και τους μήνες που χρειάζεται η Γη να κάνει μία ολόκληρη περιφορά γύρω από τον Ήλιο. Οι εποχές είναι ανάλογες της απόστασης που έχει η ελλειπτική τροχιά της Γης γύρω από τον Ήλιο. Έξω από το ηλιακό σύστημα όμως ο Χρόνος δεν υπάγεται σ’ αυτή την γήινη μονάδα μέτρησης. Εκεί ο χρόνος είναι άλλος και είναι αλλιώς.

Αυτός… ο άλλος Χρόνος που είναι αλλιώς, ο Χρόνος που κυλάει στ’ αστέρια και τους γαλαξίες, είναι ο Χρόνος των παραμυθιών. Είναι ο αστρικός Χρόνος.

Και είναι αυτό το στοιχείο που κάνει το παραμύθι ξεχωριστό είδος του γραπτού λόγου, αφού το κάνει να διαφέρει από το μυθιστόρημα, τη νουβέλα, το διήγημα ή το χρονογράφημα. Ο Χρόνος. Τίποτε άλλο.

Πριν το παραμύθι γίνει γραπτό είδος του λόγου, ήταν προφορικό. Το παραμύθι και το τραγούδι. Το λαϊκό παραμύθι και το λαϊκό τραγούδι, αυτό που είπαν ελιτίστικα δημοτικό.

Με άλλα λόγια, το λαϊκό παραμύθι και το λαϊκό τραγούδι είναι οι πηγές της λογοτεχνίας.

Όμως η λογοτεχνία έβαλε ς’ ένα ράφι του λαϊκού μουσείου το δημοτικό τραγούδι κι εξόρισε το παραμύθι, το έκαμα αποπαίδι της. Οι συγγραφείς του ανήκουν τώρα σ’ ένα κατώτερο συγγραφικό είδος, δεν θεωρούνται ισάξιοι των άλλων.

Οι πληθυσμοί που ασχολήθηκαν με το παιδικό βιβλίο, δυστυχώς το επιβεβαιώνουν: Το παραμύθι που κινείται σε γήινο Χρόνο, χρησιμοποιεί την όψη του παραμυθιού, αλλά δεν είναι παραμύθι, είναι ένας συστημικός διδακτικός μύθος που – χρησιμοποιώντας τα παλιά μοτίβα – σκαρώνουν οι εκπαιδευτικοί και οι μαμάδες των παιδιών για να εκπαιδεύσουν τα παιδιά στα σύγχρονα πράγματα.

Όχι, δεν πρέπει να είν’ έτσι…

Άλλο “μύθος” και άλλο “παραμύθι”. Καλά είναι να τα διαχωρίσουμε αυτά.

Με το παραμύθι επιστρέφουμε στο διαχρονικό αφήγημα, εκείνο που γαλούχησε ανά τους αιώνες τις γενιές των ανθρώπων με τον ίδιο πυρήνα, με τον ίδιο λόγο, αν και σε διαφορετική γλώσσα ή διάλεκτο κάθε φορά.

Λοιπόν, όταν φανταζόμαστε αυτόν τον “άλλο χρόνο”, στην πραγματικότητα κάνουμε ένα φτερούγισμα εξόδου από τον υλικό κόσμο μας, ταξιδεύουμε στον άυλο, του παρόντος ή του παρελθόντος, πιθανότατα και του μέλλοντος.

Η έξοδος από τον υλικό κόσμο και η είσοδος στον άυλο είναι το κλειδί της ευτυχίας.

Ο άυλος κόσμος δονείται σε μια διάσταση “εκτός Τόπου και Χρόνου”. Εκεί όλα συμβαίνουν Παντού και Πουθενά, στη χώρα του Χθες ή του Ποτέ.

Από την ορατή διάσταση ταξιδέψαμε τώρα ονειρικά στην αόρατη.

Τα “παραμύθια χωρίς ηλικία” δεν εντάσσονται στην γνωστή – και οικεία πλέον – παιδαγωγική εκδοχή της παιδικής λογοτεχνίας. Επιμένουν στο διαχρονικό στοιχείο των παραμυθιών, καθόλου στο επίκαιρο, ούτε στο παιδαγωγικό. Γεγονός που διαφοροποιεί το είδος τους από την σύγχρονη (όσο και άσοφη) παιδική λογοτεχνία. Σκοπός τους δεν είναι η μετάδοση μηνυμάτων, όπως κάνει αυτή.

Ετούτα δεν έχουν κανέναν σκοπό. Δεν έχουν κατά νου ν’ αλλάξουν το παιδί, δεν κατηχούν.

Σε τι θα διέφερε αυτό από την προπαγάνδα; Της εξουσίας ή της ηθικής αδιάφορο.

Τα “παραμύθια χωρίς ηλικία” σέβονται την φύση του αναγνώστη και του ακροατή, πλησιάζουν σ’ αυτήν ευλαβικά, όπως ο ιερέας στο άβατο του Ναού. Η Ελεύθερη Βούληση του ατόμου είναι ιερή και απαραβίαστη, όπως εκείνη των αρχαίων θεών.

Κι αν είναι ν’ ανήκουν κάπου, ας ανήκουν στην ποιητική αντίληψη του κόσμου, αυτήν που οι άνθρωποι διαθέτουν από τότε που γεννήθηκαν μέσα στην Ύλη, από τότε που ήρθαμε στη Γη ως παιδιά, την έχουμε δε μέσα τους αμείωτη, άφθαρτη, αγέραστη μέχρι τα γεράματά μας.

Τα “παραμύθια χωρίς ηλικία” ψιθυρίζουν στο αυτί του νου μας ότι ο άνθρωπος δεν έχασε, δεν χάνει την αθωότητά του όταν ενηλικιώνεται, όχι, δε χάνεται η αθωότητα, είναι πάντα εδώ.

Το μόνο που χρειάζεται, είναι να τη θυμόμαστε πού και πού… Να της τραγουδάμε.

Τα “παραμύθια χωρίς ηλικία” είναι η παρηγοριά που κάπου ξεχάσαμε. Είναι η μαγεία που μας έκαμε ανθρώπους.

Το 2022 είχα όλο το κέφι να ξεκινήσω το γράψιμο αυτής της σειράς παραμυθιών σαν νουβέλες πια, πυρήνας των οποίων θα ήταν εκείνες οι μαγικές αφηγήσεις πλάι στο αναμμένο τζάκι που είχαν θρέψει τη φαντασία μου, όταν ήμουν παιδί.

Είχα να επιλύσω πολλά προβλήματα όμως… Κυρίως έπρεπε να κατανοήσω – ποιητικά, δεν υπήρχε άλλος τρόπος – να κατανοήσω τη φύση τους.

Είχα σαν δεδομένο το πείσμα της δογματικής Ελληνικής λαογραφίας που διατάσσει την πιστή καταγραφή της αφήγησης του παραμυθά, ακόμα και με τις ιδιοτυπίες κάθε τοπικής διαλέκτου, αλλά, σκεπτόμουν, η αυθεντική αφήγηση κάθε παραμυθά ήταν στην ουσία της διασκευή άλλης αφήγησης άλλου που είχε προηγηθεί. Έτσι γινόταν από γενιά σε γενιά. Κανείς δεν έγινε ποτέ μαγνητόφωνο κανενός. Ακόμα κι αν ήθελε, δεν θα μπορούσε. Κάθε παραμυθάς έβαζε την δική του σφραγίδα στο παραμύθι που αφηγούταν.

Γιατί να μην το κάνει ο σύγχρονος;

Ποιο άβατο θα παραβίαζε τάχα, ποια ιεροσυλία;

Ο λαϊκός παραμυθάς έλεγε το παραμύθι που είχε ακούσει κι έβαζε τη δική του εκφραστική σφραγίδα σ’ αυτό. Κανείς ποτέ δεν τον αμφισβήτησε ως αφηγητή. Αντίθετα, ο παραμυθάς για το λαό ήταν ιερό πρόσωπο. Το ίδιο και για τους λογίους. Οι οποίοι όμως “πάγωναν” τον χρόνο στο δικό του πρόσωπο, αρνούνταν το φορτίο της συλλογικής μνήμης που κουβαλούσε. Δεν έβλεπαν καν ότι όλοι (λόγιοι και μη) άκουγαν τα παραμύθια του λαϊκού παραμυθά χωρίς να σκεφτεί κανείς ποτέ ότι ήταν ή δεν ήταν δικές του επινοήσεις. Έφτανε σε όλους να τ’ αφηγείται εκείνος και να τ’ ακούν εκείνοι.

Αυτό έκαμε άλλωστε και ο Έρμαν Έσσε με τον “Σιντάρτα”: Έγραψε ένα Ινδικό Παραμύθι.

Κανείς δεν αμφισβήτησε τον Έσσε, επειδή ο “Σιντάρτα” ήταν εμπνευσμένος από ένα Ινδικό παραμύθι.

Αυτό, ως προηγούμενο, μου έδωσε αρχικά την δικαιολογία να διηγηθώ με τα δικά μου εκφραστικά μέσα τα παραμύθια που – παιδί πέντε χρονών – άκουγα από τον παππούλη μου τον Ανδρέα και τη βάβα μου τη Λένη.

Αυτός είναι ο λόγος που βρήκα την άνεση να χαρακτηρίσω αυτή τη σειρά των παραμυθιών ως “Αιτωλικά παραμύθια”.

Πλέον, ήθελα να σηκωθούν από τον τάφο της τηλεγραφικής βουκολικής αφήγησης, μακρινής και ξεχασμένης στην εποχή μας, είπα ότι έπρεπε ν’ αναστηθούν για να ζήσουν στον εικοστό πρώτο αιώνα με νέα μορφή, ν’ αποχτήσουν άλλη μία ζωή, με άλλα λόγια, να γραφούν σε άλλον γλωσσικό κώδικα ή, αν θέλετε, να μεταφερθούν από τον βουκολικό κόσμο τους στον αστικό. Είχα δει πως οι γλωσσικοί κώδικες αυτών των δύο κόσμων ήταν αγεφύρωτοι και μου άρεσε η σκέψη να χτίσω εγώ ένα γεφύρι.

Δεν ήταν εύκολο το εγχείρημα γιατί αυτά τα παραμύθια έφτασαν μέχρι εμάς έχοντας ζήσει χιλιάδες χρόνια, φαινόταν όμως πεντακάθαρα ότι εμείς θα ήμασταν οι τελευταίοι που τ’ ακούσαμε, ω ναι, θα πέθαιναν μαζί μας, χωρίς ν’ ακούσει κανείς τον επιθανάτιο ρόγχο τους…

Δεν άντεχα να συμβεί αυτό.

Δεν το ήθελα.

Μπήκα τότε στο άδυτο του Ναού τους ψυχικά γυμνός, ξυπόλητος, και, πατώντας στα νύχια, διάβασα στους αραχνιασμένους τοίχους τις ανάγλυφες επιγραφές.

Δε μου διαφεύγει ότι γενιές και γενιές Ελλήνων μεγάλωσαν με κυρίαρχη στο μυαλό τους την Γαλλική και τη Γερμανική παραμυθολογία.

Δεν θα ήταν κακό αυτό, αν στην Ελλάδα δεν ήταν πεταμένη στη γωνία η δική μας.

Διακόσια χρόνια τώρα η Ελληνική παραμυθολογία ήταν η Σταχτοπούτα της Ευρώπης.

Όχι πια…

Ο πρίγκιπας βρήκε το γοβάκι της.


Ταυτότητα Έκδοσης

Τίτλος Βιβλίου“Το Μαγικό Χτενάκι”
ΣυγγραφέαςΠαντολέων Φλωρόπουλος
ΕίδοςΠαραμυθική νουβέλα
ΕκδότηςΕκδόσεις “Φωταμός”
Εικόνα εξωφύλλουΧρήστος Παπανίκος
ISBN978-618-83615-5-3
Σχήμα12 χ 18
Σελίδες160
Τιμή15 ευρώ
Α’ Έκδοση
Τιράζ100
Έτος Έκδοσης2023
Τόπος ΈκδοσηςΑγρίνιο
Κύλιση στην κορυφή