Η χάντρα στο γαλανό μάτι τ’ ουρανού

Στην ανέκδοτη ποιητική Συλλογή “το Π της Ποίησης” έχω εντάξει δύο ποιήματα.

Το πρώτο έχει τίτλο “Οι ιερές μονές μας”. Και λέω:

Δεν πάει άλλο. / Ήρθε ο καιρός να ιδρύσουν / το μοναστήρι τους / οι Γραικοί // αφιερωμένο στις εννέα Μούσες και / βέβαια / στη “δέκατη μούσα” / τη Σαπφώ. // Δε θέλει πολύ. / Φτάνει ένας βράχος του Αιγαίου / ένα ακατοίκητο νησί. // Μια χάντρα στο γαλανό μάτι / τ’ ουρανού”.

Το δεύτερο ποίημα έχει τίτλο “το Ελληνικό όνειρο”. Και λέω:

Να ιδρύσω Ελληνικό μοναστήρι / το σκέφτηκα. / Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές / το σκέφτηκα. // Ένα μοναστήρι με ανοιχτό πέτρινο θέατρο / – αντί ναού – / για τις συνελεύσεις / και τις ομιλίες / για τα ποιήματα που δεν στεγάστηκαν ποτέ // το σκέφτηκα. // Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές / το σκέφτηκα. // Να ιδρύσω Ελληνικό μοναστήρι / ακόμα το έχω κατά νου. // Δεν ξέρω πώς αλλιώς μπορούμε να σώσουμε / την Δημοκρατία”.

Διότι:

Αν αποδεχτούμε ότι “αυτός είναι ο κόσμος”, τότε… δεν έχουμε παρά να συμβιβαστούμε ήπια με την πραγματικότητα που δεν αμφισβητείται, να μπούμε στη βάρκα και να πάμε πέρα, όπου μας βγάλει το κύμα.

Όμως, αν η φωνή μέσα μας λέει “όχι, δεν είναι αυτός ο κόσμος”, τότε… δεν έχουμε παρά να διατηρήσουμε ζωντανά και να παραδώσουμε στην επόμενη γενιά σώα τα ιερά και τα όσια.

Είναι προφανές ότι “ο βράχος του Αιγαίου” που αναφέρεται συμβολικά στο ποίημα, μπορεί να είναι ο καθένας από μας, το έργο μας μπορεί να είναι η νησίδα στο δικό μας πέλαγο.

Κι αυτό, επειδή ο Ελληνικός Λόγος δε χρειάστηκε ποτέ την κρατική οντότητα για να φωτίσει το νου των ανθρώπων. Οι αμύητοι περί τα Ελληνικά, λένε (και το πιστεύουν) πως η διχόνοια είναι χαρακτηριστικό των Ελλήνων, απόδειξη ότι, ακόμα και στην ένδοξη αρχαιότητα, οι πόλεις – κράτη πολεμούσαν μεταξύ τους, άσε που εξόριζαν ή σκότωναν τους σοφούς τους.

Η προσεκτική ανάγνωση της Ιστορίας όμως παρέχει πληροφορίες που δεν αξιοποιήθηκαν ποτέ στην προσπάθεια για κατανόηση του Ελληνικού Πνεύματος.

Μια φορά, ένας φίλος από τη Θήβα μου ζήτησε να τον ξεναγήσω στ’ αρχαία του Θέρμου. Το έκαμα. Πήγαμε κι ήταν μια ηλιόλουστη μέρα. Ένας υπάλληλος του Αρχαιολογικού Μουσείου ξεναγούσε κάποιο Δημοτικό Σχολείο. Άθελά μας ακούγαμε τα λόγια που έλεγε στα παιδιά. Τους έδειχνε τα ερείπια του ναού του Λυσίου Απόλλωνος και τους είπε: “Εδώ έλυναν τα μάγια”.

Φαίνεται πως η φρίκη ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό μου γιατί ο φίλος με κράτησε από το χέρι προσπαθώντας να με συγκρατήσει. Τα παιδιά μάθαιναν ότι στο ναό του Λυσίου Απόλλωνος… οι αρχαίοι μάγοι έλυναν τα μάγια…

Ο υπάλληλος του Μουσείου δεν ήξερε το υποτυπώδες, ότι “Λύσιος” σημαίνει “απελευθερωτής”. Λύσιος λεγόταν δε και ο Διόνυσος.

Το ίδιο που πίστευε εκείνος ο αγράμματος υπάλληλος, ακριβώς το ίδιο πιστεύουν οι πολλοί και για τα Μαντεία. Γι’ αυτό άλλωστε ο Θεοδόσιος (347 – 395) έκλεισε το Μαντείο των &