Ανεξήγητα μυστήρια

Αυτός ο καιρός είναι αλλιώτικος. Από τα γνωρίσματα δε που τον κάνουν αλλιώτικο, ανθολογώ ένα, το οδυνηρότερο όλων: Αν γράψω αυτά που σκέφτομαι, θα μαλώσω με όλους όσους ξέρω κι όσους δεν ξέρω.

Αν όμως το θέμα ήταν μόνο αυτό, θα το διασκέδαζα. Δεν είναι. Το ανεξήγητο – για μένα τουλάχιστον – είναι ότι αυτοί που ξέρω κι αυτοί που δεν ξέρω, δεν ανήκουν στη μία ή την άλλη πολιτική – θρησκευτική κοσμοθεωρία, όχι. Ανήκουν σε όλες τις πολιτικές και τις θρησκευτικές κοσμοθεωρίες που υπάρχουν.

Ίσον, για το ίδιο κείμενο που θα γράψω, θα διαολιστούν (για διαφορετικούς λόγους ο καθένας) οι δεξιοί και οι αριστεροί, οι χριστιανοί και οι μουσουλμάνοι, οι χωριανοί και οι αλλοδαποί. Βάλε τώρα εσύ και όλες τις άλλες υποκατηγορίες, για να μη σε κουράζω…

Με άλλα λόγια, σε ένα κείμενο που καταπιάνεται μ’ ένα θέμα, οποιοδήποτε θέμα, θα βρουν κάτι για να σε αφορίσουν όλοι, σα να μην είναι κανένας δικός σου, σα να μην υπάρχει ένας, έστω ένας ομοϊδεάτης, ομοαίματος, ομόγλωσσος, ομοεθνής, ομόψυχος ρε αδερφέ…

Δε μπορώ να το εξηγήσω. Ακόμα και στις απόπειρες να μιλήσω με το σκεπτικό μιας Κοινότητας (της Κοινότητας που με γέννησε, για παράδειγμα) η αποτυχία ήταν πανηγυρική.

Όχι, δε μπορώ να το εξηγήσω. Διότι την ίδια ώρα, βρίσκω αλλού να συστρατεύονται στην ίδια όχθη του ποταμού πολλοί, πάρα πολλοί. Για παράδειγμα, οι οπαδοί του Παναιτωλικού. Είναι μια γροθιά. Οι οπαδοί ενός πολιτικού αρχηγού. Μια γροθιά επίσης. Μη μπω σε άλλα παραδείγματα, καταλαβαίνεις τώρα…

Η διαπίστωση με μπερδεύει ακόμα περισσότερο. Διότι βασικό χαρακτηριστικό των Κοινοτήτων είναι το οπαδιλίκι. Το οποίο εγώ απεχθάνομαι.

Λες να είναι αυτό το μυστικό;

Το πάω λίγο παραπέρα και βρίσκω άλλο: Σε όλες τις περιπτώσεις που λειτουργεί πανηγυρικά η Κοινότητα, εμφανίζεται σα μία γροθιά, το διακύβευμα (που λένε κι οι αναλυτές) είναι ένα, μία ιδέα, ένα πρόσωπο, ένα σύνθημα. Ένα. Όχι δύο. Για την θρησκεία, ο Θεός. Για την πολιτική, ο αρχηγός. Για τη μουσική, ο τραγουδιστής. Και πάει λέγοντας.

Αρχίζει τώρα και ξεκαθαρίζει το τοπίο: Η μάζα – για την οποία τόσο αίμα χύθηκε ν’ αντικαταστήσει το λαό – μπερδεύεται με τα σύνθετα, φως φανάρι, θέλει απλά πράγματα, ένα, το πολύ δύο, υπό τον όρο μάλιστα, το δεύτερο να είναι υποδεέστερο του πρώτου. Αυτός άλλωστε είναι ο πρώτος νόμος της διαφήμισης, του μάρκετινγκ ντε…

Μου φαίνεται ότι στο μοντέλο αυτό μπορεί ν’ αναγνωρίσει κανείς το αρχέτυπο του διπόλου Θεός και δούλος. Και δε νομίζω ότι κάνω λάθος.

Αν όντως είν’ έτσι, έχω μια εξήγηση του φαινομένου που περιέγραψα στην αρχή, ότι: Αν γράψω αυτά που σκέφτομαι, αν δεν τα καταπιώ, θα μαλώσω με όλους όσους ξέρω κι όσους δεν ξέρω. Επειδή και διότι: Ο σύγχρονος πολίτης – που δεν είναι πολίτης αλλά υπήκοος της πολιτικής ή της θρησκευτικής εξουσίας – ενοχλείται από κάποιον που παραβιάζει την αρχετυπική συνθήκη “Θεός και δούλος” ή πολιτικός αρχηγός και ψηφοφόρος ή…

Αυτός, νομίζω, είναι ο λόγος που ο μόνος τρόπος να γίνεις δημοφιλής σήμερα, είναι να είσαι ή να γίνεις παπάς ή καλόγερος. Με χρίσμα. Το χρίσμα είναι κλειδί. Χρίσμα από τον δεσπότη ή τον αρχηγό. Το ίδιο κάνει.

Αν μάλιστα πας και στο Άγιον Όρος να μονάσεις, καμία κατηγορία δεν σε αγγίζει, ακόμα και αν σε καταδικάσει οποιοδήποτε Δικαστήριο. Το αντίθετο μάλιστα: Η καταδίκη από δικαστή θα είναι εύσημο αντίστασης στην ανάλγητη εξουσία. Στην περίπτωση αυτή, ακόμα και παπάρες να λες, θα περνιούνται για σοφίες.

Αυτός, νομίζω, είναι ο λόγος που καταδικάζονται στην αφάνεια – και “πεθαίνουν στην ψάθα” – ταλαντούχοι συνάνθρωποι που, αν και έντιμοι, αν και άνθρωποι που – από πρόθεση – δεν πάτησαν ποτέ ούτε μυρμήγκι, είχαν οι αθεόφοβοι μια “πλακιά” να μην ενταχθούν ποτέ και – παρά τις προκλήσεις – να μην εντάσονται σε καμία σέχτα.

Για τους ανυποψίαστους ως προς αυτά, να εξηγηθεί και τούτο: Αν είσαι πράγματι σε κάποια σέχτα, πολιτική ή θρησκευτική, δεν ενοχλείς κανέναν, είσαι και πετυχημένος από πάνω. Γιατί; Διότι κανείς δεν ενοχλείται από τον πολιτικό ή τον θρησκευτικό αντίπαλο. Αντιθέτως, ο κριτής ευδοκιμεί από την έχθρα μαζί του. Ενοχλείται σφόδρα όμως από εκείνον που δεν είναι ούτε φίλος, ούτε εχθρός, από κάποιον που αρνείται τον πόλεμο, τον εμφύλιο ή μη, και πιάνει την άκρη του. Ενοχλείται, αποσυντονίζεται, σκορπάει εξ αιτίας εκείνου που επιμένει να είναι ο εαυτός του. Δεν το αντέχει αυτό, διαολίζεται. Γιατί αυτός ο πράος και γαλήνιος τύπος, μόνο αυτός, δεν έγινε, ούτε θα γίνει ποτέ “του χεριού του”.

Γράψε ένα σχόλιο...

Κύλιση στην κορυφή